1. Οποιαδήποτε εκτίμηση για τη συγκυρία δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από τη μεγάλη νίκη που πέτυχε το φοιτητικό κίνημα, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση να αναδιπλωθεί και όχι μόνο να μην ψηφίσει τώρα το νόμο, αλλά και να διακυβεύεται συνολικά το εάν, πότε και σε ποιο βαθμό θα μπορέσει να ξαναπεράσει μια τέτοιας κλίμακας μεγάλη ανατροπή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, την ίδια στιγμή που είναι σαφής η προσπάθεια εξώθησης και προεργασίας της αποπομπής και των εκφραστών αυτής της πολιτικής (βλ. της «εκκλήσεις» για παραίτηση Γιαννάκου από την πρώτη σελίδα της Καθημερινής). Ούτε πρέπει να παραβλέψουμε ότι η κυβέρνηση εισπράττει, παράλληλα, στο χώρο της παιδείας και το κόστος και από άλλες αντιφάσεις της ίδιας της πολιτικής της: είναι, έτσι, χαρακτηριστικές οι παλινωδίες για το τι θα γίνει με τη βάση 10 στις Πανελλαδικές (μια κίνηση που ξεκίνησε ως προβολή μιας νεοσυντηρητικής προσπάθειας «ανόδου του επιπέδου», αλλά συναντά τώρα την οργισμένη αντίδραση και των γονιών και των «τοπικών παραγόντων» της ίδιας της ΝΔ στις περιοχές που βλέπουν να κλείνουν σχολές). Από την άλλη, είναι σαφές ότι αυτή η νίκη του φοιτητικού κινήματος είναι μια τακτική νίκη και είναι χρειάζεται ο κατάλληλος πολιτικός σχεδιασμός για να υπάρξει αποτελεσματική συνέχεια των αγώνων μέχρι την οριστική ανατροπή των κυβερνητικών σχεδίων. Ταυτόχρονα, οφείλει να αποτελέσει βασικό στοιχείο του σχεδιασμού μας για το φοιτητικό κίνημα όχι μόνο η προετοιμασία για τις επόμενες κεντρικές μάχες, αλλά καιη αξιοποίηση της δυναμικής του κινήματος για την τροποποίηση συσχετισμών, την ανατροπή αναδιαρθρώσεων και την κατοχύρωση συσχετισμών και μέσα στις σχολές.

2. Είναι σαφές επίσης ότι, όπως αναφέρουμε και στα κείμενα που υπάρχουν στο περιοδικό, αλλά και στην προηγούμενη απόφαση του ΚΣΟ ότι έχουμε να κάνουμε με μια κοινωνική έκρηξη με μεγάλο βάθος ως προς τα αίτιά της, που αντιστοιχεί σε συνολικές διεργασίες ως προς τις τάσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης και των παραγωγικών σχέσεων στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, αυτό που περιγράφεται ως η έκρηξη της «γενιάς των 800 ευρώ», της «γενιάς της προσωρινότητας». Αυτή η βαθύτερη διάσταση της έκρηξης ενάντια στην εργασιακή ανασφάλεια καταδεικνύει και γιατί είναι εσφαλμένα αποσπασματικές οι αναλύσεις που μένουν μόνο στην διάσταση της πειθάρχησης, του ν+2 κ.λπ. και παραβλέπουν τις συνολικές παραμέτρους της νεολαιίστικης διαμαρτυρίας. Ταυτόχρονα, αυτό μπορεί να εξηγήσει και την αυξημένη απήχηση αυτών των κινητοποιήσεων σε κομμάτια εργαζομένων, αλλά και το φόβο των διάφορων κέντρων εξουσίας για μια πιθανή ριζοσπαστικοποίηση συνολικά της κοινωνικής κατηγορίας της νεολαίας.

3. Έχει πολύ ενδιαφέρον ότι το κίνημα αυτό ήδη κατάφερε να λειτουργήσει ως παράδειγμα και να επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη τις αποφασιστικές κινητοποιήσεις διαρκείας. Με αυτή την έννοια, η απόφαση του συνεδρίου της ΔΟΕ για επαναλαμβανόμενες πενθήμερες κινητοποιήσεις στην αρχή της σχολικής χρονιάς έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί δείχνει μια κατεύθυνση ανοίγματος επάλληλων μετώπων απέναντι στην κυβερνητική πολιτική, ενέχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει με τη σειρά του ως παράδειγμα για άλλους κλάδους ιδίως του δημοσίου, ενώ κρατάει ανοιχτό το μέτωπο στο χώρο της Παιδείας. Αντίστοιχα, εκτιμούμε ότι αυτό το κίνημα λειτουργεί παραδειγματικά και για το χώρο των μαθητών, ειδικά σε περίπτωση που η κυβέρνηση δεν προχωρήσει σε απόσυρση των ρυθμίσεων σχετικά με τη βάση 10.

4. Από εκεί και πέρα, οφείλουμε να πάρουμε μια θέση απέναντι σε διάφορες απόψεις που κυκλοφορούν σε σχέση με το φοιτητικό κίνημα. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στις εκ του ασφαλούς αναφορές στην ανάγκη να συνεχιστεί το κίνημα μέχρι το …Δεκαπενταύγουστο, που είτε προέρχονταν από πολιτικά κέντρα που επιδίωξαν να παρουσιαστούν ως πιο «μαχητικά» είτε αντιστοιχούν και σε αυθόρμητα αποτελέσματα της ίδιας της δυναμικής των κινημάτων, απόψεις που σε τελική ανάλυση στην πράξη φάνηκε ότι δεν αντιστοιχούσαν στις διαθέσεις του φοιτητόκοσμου. Αναφερόμαστε κυρίως στις απόψεις εκείνες που έσπευσαν να προνομιμοποιήσουν το στοιχείο της «σύγκρουσης» παραβλέποντας ότι όταν έχεις ένα τεράστιο κίνημα σε όλη την Ελλάδα η πραγματική σύγκρουση γίνεται καθημερινά μέσα στις συνελεύσεις και τις καταλήψεις και όχι έμπροσθεν του Υπουργείου Παιδείας και ενισχύοντας αντικειμενικά λογικές και πρακτικές αυτονομίας, που είναι –αντικειμενικά– ανταγωνιστικές προς τη μαζική αριστερή γραμμή των ΕΑΑΚ.

5. Από την άλλη μεριά, μέσα σε ένα τέτοιας μεγάλης κλίμακας κίνημα, στο οποίο βρήκαν ακροατήριο και πεδίο όλες οι διαφορετικές απόψεις και πρακτικές της Αριστεράς, είναι σαφές ότι αναπαράγονται και όλες οι διαφορετικές αντιφάσεις της αριστεράς και δη της ριζοσπαστικής και μάλιστα σε μαζική κλίμακα. Απέναντι σε αυτό, απαιτείται η πραγματική ηγεμονία σε επίπεδο κινήματος μιας μαζικής αριστερής γραμμής που αποτυπώθηκε μέσα στο κίνημα, να πάρει και χαρακτηριστικά πιο μόνιμα, πιο ουσιαστικά και πιο βαθιά. Αυτό είναι το ουσιαστικό νόημα μιας πραγματικής «επανίδρυσης» των ΕΑΑΚ, τόσο με την έννοια της διεύρυνσης της επιρροής τους σε ένα ανεξάρτητο δυναμικό, όσο και την προσπάθεια και για την είσοδο άλλων τάσεων, αλλά και –πάνω από όλα­– με το να είναι τα ΕΑΑΚ το πραγματικό πολιτικό ίχνος της δυναμικής αυτού του κινήματος (και σε επίπεδο φοιτητών και δυνητικά σε επίπεδο νεολαίας) μέσα από το πολιτικό λόγο τους, τα αριστερά προγραμματικά στοιχεία τους, τη φυσιογνωμία μαζικής γραμμής, την πανελλαδική δικτύωσή τους. Αυτό με τη σειρά του βάζει και ψηλά τον πήχη και για τη δική μας συλλογικότητα και τον τομέα Νεολαίας, για να έχει πραγματικά πρωτοπόρο ρόλο στην προσπάθεια επαναθεμελίωσης της πολιτικής στρατηγικής της ριζοσπαστικής αριστεράς μέσα στις σχολές, αλλά και σε όλα τα πολιτικά και οργανωτικά μέτρα που θα κάνουν τα ΕΑΑΚ ξανά την ηγεμονική δύναμη της φοιτητικής αριστεράς. Αντίστοιχα, αυτό σημαίνει και την προσπάθεια τα όποια στοιχεία ηγεμονίας μιας μαζικής αριστερής γραμμής εντός των ΕΑΑΚ, που μέσα στη συγκυρία καταγράφηκαν να παγιωθούν και ως μόνιμα στοιχεία της πολιτικής τους φυσιογνωμίας και να μην έχουν παλινδρομήσεις σε εσφαλμένες λογικές και πρακτικές. Αυτά θα πρέπει να αποφασίσουν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας από το Τομέα νεολαίας και να ζυμωθούν με τον πιο πλατύ τρόπο μέσα στα πιο πρωτοπόρα κομμάτια του κινήματος.

6. Και σε αυτή την προσπάθεια θα πρέπει να ξέρουμε ότι και οι άλλες τάσεις της Αριστεράς θα προσπαθήσουν να απαντήσουν με την ισχυροποίηση της δικής τους θέσης. Αυτό δεν αφορά μόνο την προσπάθεια του ΣΥΝ να ανασυγκροτήσει συνολικά τις δυνάμεις στους φοιτητικούς χώρους, αλλά και την προσπάθεια που θα κάνει η ΚΝΕ και να οχυρώσει το δικό της δυναμικό και να επανακατοχυρώσει τη θέση της, όσο και την επανισχυροποίηση άλλων λογικών και τάσεων (π.χ. νεοαυτονομία).

7. Όλα αυτά αναδεικνύουν και τη σημασία που έχει συνολικά για το εγχείρημα των ΕΑΑΚ η ισχυροποίηση του τομέα νεολαίας της δικής μας συλλογικότητας, η πραγματοποίηση μιας πραγματικής τομής τόσο ως προς τη μαζικότητα, όσο και ως προς την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών και προγραμματικών της θέσεων. Σε αυτό το φόντο, το 3ο κάμπινγκ του Τομέα Νεολαίας αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία. Οφείλουμε να κάνουμε ό,τι χρειάζεται, για να γίνει σημείο αναφοράς όχι μόνο των μελών του Τομέα Νεολαίας, ούτε μόνο κάποιων αγωνιστών που έχουν κάποια αναφορά στη συλλογικότητά μας, αλλά ενός ευρύτερου πρωτοπόρου δυναμικού από όλη την Ελλάδα που ήρθε στο προσκήνιο μέσα από τις διαδικασίες του κινήματος. Γι’ αυτό και χρειάζεται η εντατική συστηματική προσπάθεια για την μαζικοποίησή του. Από εκεί και πέρα, όμως, το κάμπινγκ δεν αφορά μόνο τον τομέα νεολαίας, γι’ αυτό και πρέπει να γίνει ειδικός σχεδιασμός για τη μαζικοποίησή του και από εργαζομένους, ειδικά προς το Σαββατοκύριακο. Συνολικός στόχος: η πολύ μεγαλύτερη μαζικότητά του σε σχέση με πέρσι και να αποτελέσει σημαντικό βήμα στην προσπάθεια διεύρυνσης της πραγματικής πολιτικής και οργανωτικής επιρροής της συλλογικότητας.

Σε ό,τι αφορά τώρα την ευρύτερη πολιτική συγκυρία και το σχεδιασμό μας έχουμε να κάνουμε τις εξής παρατηρήσεις:

8. Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση σε όλη αυτή την περίοδο έχει βρεθεί αντιμέτωπη με όψεις πραγματικής απονομιμοποίησης της πολιτικής της, συνολικά με στοιχεία ενός ρήγματος στον τρόπο με τον οποίο η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη στρατηγική αρθρώνεται ως μια ηγεμονική πολιτική. Αυτό μπορεί να εξηγήσει και την προσπάθεια να αποφύγει τακτικά το άνοιγμα κάποιων μετώπων και να συνδυάσει τη φραστική εμμονή σε μια κατεύθυνση «φυγής προς τα εμπρός» με την σχετικά τάση αναστολή σημαντικών ρήξεων που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μεγάλες κοινωνικές εντάσεις. Από την άλλη, η σχετική σταθερότητα του κυβερνητικού κέντρου –και, πέρα από αυτό, του πυρήνα των αναδιαρθρωτικών πολιτικών– εξασφαλίζεται από την εντυπωσιακή συναίνεση του ΠΑΣΟΚ στον πυρήνα της πολιτικής και σε εκείνες τις επιλογές που κατεξοχήν οχυρώνουν ιδεολογικά την κυβερνητική πολιτική (όπως είναι η αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος) και από την απροθυμία του να έχει ουσιαστικό ρόλο ή να δώσει κεντρική πολιτική κάλυψη στην οικοδόμηση μαζικών αντιστάσεων. Δεν είναι τυχαίο έτσι που, σε επίπεδο δημοσκοπήσεων, αδυνατεί να καρπωθεί την αναπόφευκτη φθορά της κυβερνητικής πολιτικής.

9. Από εκεί και πέρα, όπως τονίσαμε και στη δημόσια τοποθέτησή μας για το θέμα των νομαρχιακών, η ρεφορμιστική αριστερά αδυνατεί επί της ουσίας να μπορέσει να οδηγήσει αυτές τις δυναμικές σε μια νικηφόρα κατεύθυνση. Είναι σαφές, τουλάχιστον σε όποιον δεν θεωρεί ότι η αριστερή πολιτική εξαντλείται σε μεγαλόστομα πρωτοσέλιδα, ότι το ΚΚΕ έχει κάνει σε όλη τη δεκαετία που διανύουμε μια σημαντική στρατηγική μετατόπιση. Στη βάση της σχετικής αποτυχίας του το 2000 να κεφαλαιοποιήσει εκλογικά τη συμμετοχή σε διάφορες μορφές κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων (αγρότες, μαθητικό κίνημα, αντιπολεμικές διαδηλώσεις), διατύπωσε ένα διαφορετικό σχήμα για τη συγκυρία. Σύμφωνα με αυτό, στο έδαφος της απουσίας αντίπαλου δέους (που στην εσωτερική πολιτική κουλτούρα του ΚΚΕ και την ηγεμονία εδώ και δεκαετίες του ιδεολογικού υποσυνόλου του «σοβιετικού μαρξισμού», σημαίνει την απουσία διεθνούς πολιτικού κέντρου, όπως ήταν η ΕΣΣΔ) δεν υπάρχει δυνατότητα ρηγμάτων ή αντιφάσεων στην πολιτική του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού, παρά μόνο η ολοένα και αυξανόμενη σκλήρυνση. Αφού δεν υπάρχει η δυνατότητα τέτοιων ρηγμάτων, αφού το σύστημα σήμερα δεν πρόκειται να κάνει καμιά παραχώρηση στις λαϊκές τάξεις, έπεται ως συμπέρασμα ότι δομικά δεν μπορούν μέσα στη συγκυρία να υπάρξουν νικηφόρα κοινωνικά κινήματα. Κι αφού δεν μπορούν να υπάρξουν νικηφόρα κινήματα, έπεται ότι ο μόνος χαρακτήρας που μπορούν αυτά να έχουν είναι της πολιτικής διαπαιδαγώγησης και της διεύρυνσης της επιρροής του ΚΚΕ, να λειτουργούν δηλαδή κυρίως ως μεγάλες προεκλογικές καμπάνιες. Εάν αυτή είναι η μόνη «νόμιμη» λειτουργία των κινημάτων για τους φωστήρες του Περισσού, έπεται ότι εάν, παρ’ όλα αυτά, ξεσπούν κινήματα, αυτά είναι εξ αντικειμένου αντιδραστικά, «ΠΑΣΟΚικα» και πρέπει να υπονομευτούν. Αυτό δεν αναιρεί π.χ. τη δυνατότητα του ΚΚΕ να καρπώνεται εκλογικά μέρος της δυσαρέσκειας (βλ. και τις «θετικές» επιδόσεις του στις δημοσκοπήσεις), λειτουργώντας ως διέξοδος μιας ψήφου διαμαρτυρίας, ταυτόχρονα, όμως, αδυνατεί να συγκροτήσει όρους μιας διαφορετικής αριστερής ηγεμονίας, δηλαδή όχι απλώς να «εκφράσει τη δυσαρέσκεια», αλλά να συμβάλει σε εκείνες τις αγωνιστικές και διεκδικητικές πρακτικές που θα κάνουν τις λαϊκές μάζες να μπορέσουν να πιστέψουν ότι όντως μπορούν να τροποποιήσουν τους υλικούς όρους της ύπαρξής τους.

12. Ο ΣΥΝ, από την άλλη, μπορεί να προσπάθησε να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτό το κίνημα στηρίζοντας τις καταλήψεις, όμως αυτό δεν αναιρεί τη σύμπλευσή του με σημαντικό μέρος των συντελούμενων αναδιαρθρώσεων, αλλά και την αδυναμία να εκφράσει με πραγματικούς πολιτικούς όρους (και όχι με μια γενικόλογη αισθητική του τύπου «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός») το κοινωνικό και πολιτικό βάθος ενός τέτοιου κινήματος. Αυτό μας φέρνει στη βασική, ίσως, αντίφαση της πολιτικής του ΣΥΝ: Από τη μια έχουμε όλο το ρεπερτόριο των γενικών καταγγελιών του νεοφιλελεύθερισμού και της διεκδίκησης του υποτιθέμενα εφικτού άλλου κόσμου. Από την άλλη έχουμε τη συγκεκριμένη πράξη της κατάληψης από την κοινωνική του βάση σημαντικών κόμβων στην όλη διαδικασία αναπαραγωγής της στρατηγικής της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης (η διαδεδομένη φιγούρα του στελέχους, προϊσταμένου, εργολήπτη κ.λπ. που εκλογικά στηρίζει το Συνασπισμό), των πολλαπλών και πολυεπίπεδων συνεργασιών με το ΠΑΣΟΚ, ειδικά στην τοπική αυτοδιοίκηση, συμπεριλαμβανομένης και της από κοινού νομής επιδοτήσεων και προγραμμάτων, της συμμετοχής στη μοιρασιά θέσεων και οφικίων στο συνδικαλιστικό κίνημα, τη νομιμοποίηση όχι ιδιαιτέρως φιλεργατικών συμφωνιών με διοικήσεις οργανισμών και εργοδότες, της ταυτόχρονης επίκλησης των αγώνων και της απουσίας από αυτούς όταν πραγματικά ξεσπούν. Είναι αυτή η διάσταση ανάμεσα στον όποιο πολιτικό λόγο και την πραγματική κοινωνική συμπεριφορά, που επιβάλλει στον καθένα να διαλέξει ποιο κριτήριο προκρίνει: την ‘εικονική πραγματικότητα’ ενός φραστικού πολιτικού ριζοσπαστισμού (η αισθητική του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ είναι ένα παράδειγμα) ή την πραγματική κοινωνική πράξη ενός κόμματος που σε μεγάλο βαθμό αποτελεί την συλλογική εκπροσώπηση κομματιών της νέας μικροαστικής τάξης που εμπλέκονται ενεργά στην επίταση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και είναι αντικειμενικά σύμμαχο σε ένα σχέδιο «προοδευτικού εκσυγχρονισμού».

13. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που πρέπει να δούμε και τις δυνατότητες, αλλά και τις αντιφάσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς. Κατά τη γνώμη μας, και έχοντας πλήρη επίγνωση της απόστασης που υπάρχει ανάμεσα σε έναν κοινωνικό χώρο και το συνολικό κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό, τα συμπεράσματα που βγαίνουν από το φοιτητικό κίνημα. Δείχνουν ότι η ριζοσπαστική αριστερά έχει τη δυνατότητα να αναδειχτεί σε ένα διακριτό πολιτικό πόλο, να έχει πραγματική γείωση σε κρίσιμα κοινωνικά κομμάτια και να εμπλακεί με μαζικές κοινωνικές δυναμικές, να αλλάξει τους συσχετισμούς συνολικά στην αριστερά. Μόνο που αυτό σημαίνει ότι η πολιτικοϊδεολογική αναζήτηση δεν μετατρέπεται σε καταναγκαστική αναζήτηση «καθαρότητας», ότι διαμορφώνονται ενότητες πάνω σε πολιτικούς στόχους και δεν εκβιάζονται «προγραμματικές συγκλίσεις», ότι οικοδομούνται συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες.

14. Αυτές οι παραδοχές αναδεικνύουν και τη σημασία που έχει η προσπάθειά μας να καταγραφεί μια διαφορετική δυναμική καθώς και έμπρακτα η λογική της «μεταβλητής γεωμετρίας» για τη ριζοσπαστική αριστερά και σε σχέση με τις νομαρχιακές εκλογές. Με αυτό εννοούμε ότι βασική μας πολιτική επιδίωξη δεν είναι μόνο μια «ενωτική παρουσία», είναι πολύ περισσότερο η διαμόρφωση μιας διαφορετικής πολιτικής φυσιογνωμίας και μιας άλλης δυναμικής στη ριζοσπαστική αριστερά, που να σπάει το φαύλο κύκλο της εναλλαγής σεχταριστικής απομόνωσης και ετεροκαθορισμού από το ρεφορμισμό, που να υπερβαίνει τη λογική της «αριστερής διαφωνίας» και να δοκιμάζει δρόμους μιας άλλης γραμμής μαζών και μιας σύγχρονης αριστερής λαϊκότητας. Με αυτή την έννοια η πίεση από ένα ευρύτερο δυναμικό για πιο πλατιά ενωτικά εγχειρήματα, που να υπερβαίνουν τα συνηθισμένα όρια της «συζήτησης για τον πόλο», συμπυκνώνει, κατά τη δική μας γνώμη, ένα ευρύτερο αίτημα μιας διαφορετικής φυσιογνωμίας της ριζοσπαστικής αριστεράς.

15. Αυτό μπορεί να εξηγήσει και τις τακτικές επιλογές μας σε σχέση με την πρόταση για τις νομαρχιακές εκλογές και τον τρόπο με τον οποίο συμβάλλαμε να βγει η κοινή δήλωση των 7 οργανώσεων και τελικά διαλέξαμε να πάρουμε την επιλογή «κανένα προαπαιτούμενο εκτός από την αποδοχή του πολιτικού πλαισίου, της κριτικής σε ΣΥΝ και ΚΚΕ, της αναφορά στην άλλη αριστερά». Είναι αλήθεια ότι σε σχέση με τη συζήτηση στην προηγούμενη συνεδρίαση του ΚΣΟ υπήρξε μια σαφής μετατόπιση ως προς το πώς αντιμετωπίζουμε τυχόν στήριξη από την ΚΟΕ στον Τσίπρα, μετατόπιση που έγινε με ευθύνη της πλειοψηφίας του πανελλαδικού γραφείου ενόψει της δημόσιας συζήτησης στις 21 Ιούνη. Ωστόσο, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την εξής πραγματικότητα: Αφενός την ΚΟΕ να δέχεται να υπογράψει, παρ’ όλα αυτά την κοινή δήλωση, αφετέρου αρκετούς ανεξάρτητους αγωνιστές να λένε ότι με κάθε τρόπο πρέπει να διατηρηθεί τουλάχιστον το εύρος των 7 οργανώσεων. Επιπλέον, δυνάμεις με τις οποίες συνεργαζόμαστε σε αυτή την προσπάθεια δήλωσαν ευθέως ότι εάν μειωθεί το εύρος των δυνάμεων τότε θα αποχωρήσουν. Ήταν με αυτά τα δεδομένα το γραφείο πήρε την επιλογή να τροποποιήσει την αρχική τοποθέτηση, να ασκήσουμε κριτική μεν στην ΚΟΕ, αλλά να μην θέσουμε τη μη στήριξη Τσίπρα ως όρο.

16. Αυτό είναι το πνεύμα της δημόσιας τοποθέτησης που κάναμε και την οποία αποφάσισε με πλειοψηφία (7-1) το πανελλαδικό γραφείο στη συνεδρίασή του στις 26/06. Η απόφαση (κατά πλειοψηφία) του ΚΣΟ είναι ότι η δημόσια αυτή τοποθέτηση και η κατεύθυνση που αποτυπώνει ισχύει ακόμη: Ακόμη και τώρα εάν υπάρξει βούληση, με ελάχιστο εύρος δυνάμεων όσους υπέγραψαν τη δήλωση, να προχωρήσουμε σε συγκρότηση μαζικού ενωτικού ψηφοδελτίου της ριζοσπαστικής αριστεράς, εμείς θα το στηρίξουμε και θα προχωρήσουμε σε όλα τα αναγκαία βήματα. Αυτή η πρόταση σημαίνει πρακτικά: Εξασφάλιση ότι όλοι έχουν πάρει αυτή την απόφαση (ξεκινώντας από το να πάρει σαφή θέση το ΝΑΡ στο συνέδριό του), αποδοχή του κειμένου των οργανώσεων ως βάση, συμφωνία για διακήρυξη, συμφωνία για ονόματα. Διοργάνωση ιδρυτικής διαδικασίας. Σε αυτή τη βάση για εμάς το ζήτημα της εκλογικής καθόδου στην Υπερνομαρχία της Αθήνας παραμένει ανοιχτό, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, γιατί διαφορετικά δεν θα υπάρχει πρακτική δυνατότητα να προχωρήσει οποιοδήποτε εγχείρημα

17. Σε αυτό το σημείο θέλουμε για μια άλλη φορά να τονίσουμε μια βασική παράμετρο της πολιτικής μας κατεύθυνσης: Δεν έχουμε την εκτίμηση ότι η διαδικασία της ανασύνθεσης της ριζοσπαστικής αριστεράς πρωτίστως θα προωθηθεί μέσα από εκλογικές διαδικασίες. Κυρίως, αυτό αφορά την πολιτική της φυσιογνωμία, την επεξεργασία μιας μάχιμης κατεύθυνσης για τους κοινωνικούς αγώνες, το άνοιγμα της προγραμματικής συζήτησης. Από την άλλη, όμως, πετυχημένα εκλογικά εγχειρήματα μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας ενωτικής δυναμικής, να επαναφέρουν την πολιτική συμπόρευση με ένα ευρύτερο ανεξάρτητο δυναμικό, να διευρύνουν πλευρές της πολιτικής απήχησης της ριζοσπαστικής αριστεράς.

20. Και πρέπει εδώ να επισημάνουμε ότι ούτως ή άλλως για τη συλλογικότητα μας οι δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές είναι μια μεγάλη μάχη. Συμμετέχουμε σε πολλά σχήματα, στην Αττική και την Επαρχία, και σχήματα δημοτικά, και σχήματα Νομαρχιακά (Γιάννινα, Πάτρα), που έχει ιδιαίτερη σημασία να στηριχθούν και σε κάθε περίπτωση αποτελεί για το φθινόπωρο κεντρική πολιτική μάχη και σημαντικό πολιτικό καθήκον να στηρίξουμε ενεργητικά όλα τα σχήματα στα οποία συμμετέχουμε και σε αυτή την ενεργητική στήριξη να εμπλακεί το σύνολο του δυναμικού της συλλογικότητας. Για να το κάνουμε πιο σαφές: Στο διάστημα μέχρι τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές το σύνολο της συλλογικότητας, πλάι στα υπόλοιπα πολιτικά του καθήκοντα, θα κατανεμηθεί και σε καθήκοντα στήριξης των διαφόρων εκλογικών κατεβασμάτων που κατεβαίνουν.

21. Ως προς τη συνολική μας τοποθέτηση απέναντι στα εκλογικά κατεβάσματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, η συλλογικότητα με δημόσια τοποθέτηση της θα καλεί σε υποστήριξη των ενωτικών αριστερών ριζοσπαστικών αυτοδιοικητικών παρεμβάσεων. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να ισχύσει, σε περίπτωση που δεν ευοδωθούν οι προσπάθειες για παρέμβαση στην Υπερνομαρχία, και για το ψηφοδέλτιο του ΜΛ-ΚΚΕ στην Υπερνομαρχία που το θεωρούμε μια σεχταριστική, κομματική επιλογή που αντικειμενικά κινήθηκε αντιθετικά προς κάθε προσπάθεια ενωτικής παρουσίας της ριζοσπαστικής αριστεράς και γι’ αυτό δεν μπορεί να έχει καμία υποστήριξη από εμάς.

22. Ως προς τον απολογισμό της συλλογικότητας: Εκτιμούμε ότι η συλλογικότητα έδειξε αυτό το διάστημα τις μεγάλες πολιτικές της δυνατότητες. Αμέσως μετά από μια μεγάλη μάχη όπως ήταν η παρέμβαση στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ, η συλλογικότητα κατάφερε να έχει έναν πρωτοπόρο ρόλο σε μια πολύ μεγάλη φοιτητική έκρηξη και ταυτόχρονα να συνεχίσει να προωθεί μια κεντρική πολιτική πρωτοβουλία (όπως είναι η υπόθεση των νομαρχιακών) και να έχει έντυπη παρουσία, αλλά και γρήγορα να προχωρήσει στην προετοιμασία του κάμπινγκ. Καταφέραμε να έχουμε μια σχετικά σωστή εκτίμηση της κατάστασης στους χώρους νεολαίας και με αυτό τον τρόπο από την αρχή να επενδύσουμε στη δυνατότητα ενός μαζικού κινήματος, ιεραρχώντας ταυτόχρονα και τους κρίσιμους πολιτικούς στόχους, συμβάλλοντας αποφασιστικά σε μια τεράστια κοινωνική σύγκρουση με ευρύτερο πολιτικό αντίκτυπο και κάνοντας εκείνες τις τακτικές επιλογές που της έδωσαν μια νικηφόρα δυναμική. Αντίστοιχα, καταφέραμε να επιμείνουμε στην προβολή ενός πολιτικού στόχου όπως η κάθοδος στην Υπερνομαρχία, να συντονιστούμε με τις διαθέσεις ενός ευρύτερου δυναμικού, να μετατοπίσουμε τη συζήτηση μέσα στη ριζοσπαστική αριστερά, να εμπλέξουμε και άλλες τάσεις μέσα στη συζήτηση. Αυτά τα στοιχεία φανερώνουν τις δυνατότητες που έχει η συλλογικότητα μέσα στη συγκυρία.

23. Από εκεί και πέρα, όμως, το πανελλαδικό γραφείο κάνει την αυτοκριτική πάνω στο θέμα της ανασυγκρότησης του Τομέα Εργαζομένων. Παρότι αναλάβαμε την ευθύνη, αντιμέτωποι με φαινόμενα αποδιάρθρωσης και υπολειτουργίας του Τομέα, να κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να υπάρξει ξανά μια συγκροτημένη πολιτική λειτουργία τόσο σε επίπεδο πυρήνων όσο και σε επίπεδο ΣΤΕ, εντούτοις δεν μπορούμε αυτή τη στιγμή να κάνουμε έναν θετικό απολογισμό πάνω σε αυτή τη διαδικασία. Δεν θέλουμε να υποτιμήσουμε με αυτό σε κανένα βαθμό τα σημαντικά βήματα που έχουν κάνει οι σύντροφοι της συλλογικότητας στην παρέμβασή τους σε χώρους δουλειάς (όπως είναι η εκλογή αντιπροσώπου στο συνέδριο της ΓΣΕΕ, αλλά και τα βήματα στη συνδικαλιστική «έκθεση» νεώτερων συντρόφων σε συνδικαλιστικές πρακτικές), αλλά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι όλα αυτά δεν αποτελούν στοιχεία ενός συνολικότερου και ενοποιημένου σχεδιασμού. Ούτε θέλουμε ως γραφείο να μετακυλήσουμε την ευθύνη για την κατάσταση στα μέλη του ΣΤΕ τα οποία ανέλαβαν την προσπάθεια ανασυγκρότησης του Τομέα. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι παραιτούμαστε από την ευθύνη που προκύπτει ως προς την καθοδηγητική λειτουργία του πανελλαδικού γραφείου. Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι ότι τόσο η συνολική δημοκρατική πολιτική λειτουργία της συλλογικότητας, όσο και η διεύρυνση της παρέμβασής μας σε συνδικαλιστικούς χώρους και ο πρωτοπόρος ρόλος στην ανασυγκρότηση των εργατικών σχημάτων απαιτούν την ανάληψη της ευθύνης για τη λειτουργία του Τομέα Εργαζομένων. Δεν παραβλέπουμε τις αντικειμενικές δυσκολίες και αντιφάσεις που συναντά αυτή η προσπάθεια, τα προβλήματα σε διάφορους πυρήνες, την αντιφατική δομή ορισμένων πυρήνων εργαζομένων χωρίς κοινό αντικείμενο, τις επιδράσεις από την αντιφατική τοποθέτηση της μισθωτής διανόησης μέσα στην εργασιακή διαδικασία και την ταξική συγκυρία. Οφείλουμε, όμως, να αναμετρηθούμε με αυτές και να μην τις αφήνουμε να υπονομεύει την πολιτική μας παρέμβαση.

24. Η επόμενη χρονιά έχει πολύ σημαντικές προκλήσεις για το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα γενικά και για τους εργαζόμενους της συλλογικότητας ειδικότερα και πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε:

·Τη προσπάθεια να συμβάλουμε και εμείς στην προσπάθεια οι παρεμβάσεις – συσπειρώσεις – κινήσεις να μπορέσουν να αποτελέσουν το σημείο αναφοράς όλου του αγωνιστικού δυναμικού μέσα σε χώρους δουλειάς, αλλά και να έχουν πρωτοπόρο ρόλο και συγκεκριμένο σχεδιασμό για την οικοδόμηση μαχητικών και νικηφόρων αγώνων των εργαζομένων απέναντι στην κυβερνητική πολιτική.

·Τη συμβολή στο ξεδίπλωμα μαχητικών απεργιακών αγώνων στην εκπαίδευση ­–όπως και σε άλλα κομμάτια του δημοσίου­– το φθινόπωρο, συνολικά την προσπάθεια για ανάπτυξη αντιστάσεων και διεκδικήσεων απέναντι στην κυβερνητική πολιτική

·Την ενίσχυση της παρουσίας σε σχήματα και παρεμβάσεις εργαζομένων, όχι μόνο ως συμμετοχή, αλλά και ως συμβολή στο προχώρημα της πολιτικής συζήτησης και παρέμβασης, συνολικά την ενίσχυση, ποσοτική αύξηση και αναβάθμιση του δυναμικού μας που έχει ενεργές συνδικαλιστικές πρακτικές

·Την αναβάθμιση της πολιτικής μας παρουσίας στα σχήματα των εκπαιδευτικών της δημόσιας εκπαίδευσης δεδομένου ότι εκτός από τις κινητοποιήσεις του φθινοπώρου υπάρχουν εκλογικά συνέδρια και στην ΟΛΜΕ και στη ΔΟΕ πράγμα που σημαίνει και τον πολιτικό στόχο να έχουμε παρουσία με εκλεγμένους αντιπροσώπους σε αυτά.

·Την πρόκληση που συνιστά το συνέδριο του ΕΚΑ την άνοιξη και την ανάγκη να έχουμε εκεί παρουσία (εκλογή αντιπροσώπων) αλλά και να συμβάλουμε στη διαμόρφωση ενωτικής παρουσίας της ριζοσπαστικής αριστεράς.

·Την πρόκληση των εκλογών στο ΤΕΕ και την ανάγκη να ανασυγκροτηθεί η παρέμβαση της ριζοσπαστικής αριστεράς εκεί. Την ολοκλήρωση της συζήτησης για την αποκρυστάλλωση της φυσιογνωμίας της παρέμβασής μας στο χώρο των μισθωτών τεχνικών.

·Τη σημαντική αναβάθμιση της παρουσίας μας στους συλλόγους του Υπουργείου Πολιτισμού.

·Τη συνέχεια της προσπάθειας σε μια σειρά από κρίσιμους χώρους (ΕΙΝΑΠ, ΣΕΦΚ κ.α.).

·Την ανασυγκρότηση της λειτουργίας και της φυσιογνωμίας όλων των πυρήνων εργαζομένων της συλλογικότητας. Την διαρκή επανεκτίμηση της κατανομής μας σε πυρήνες και τη λήψη όλων εκείνων των μέτρων που θα διαμορφώνουν πυρήνες μάχιμους και λειτουργικούς

·Το προχώρημα της συζήτησης για τη φυσιογνωμία μιας σύγχρονης αριστερής συνδικαλιστικής δράσης, την αναμέτρηση με τις αντιφάσεις των στρωμάτων της μισθωτής διανόησης αλλά και τα αντικειμενικά αποτελέσματα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, το αριστερό πρόγραμμα πάλης.

Για όλους αυτούς τους λόγους θα πρέπει να γίνει ειδική και αναλυτική συζήτηση και κεντρικά με τη διοργάνωση ολομέλειας του Τομέα Εργαζομένων και σε επίπεδο πυρήνων και με κάθε τρόπο να εξασφαλιστεί ότι έχουμε ένα μάχιμο και λειτουργικό ΣΤΕ.

25. Υπενθυμίζουμε σε όλους τους συντρόφους την ανάγκη να αντιμετωπιστούν τα οικονομικά προβλήματα της συλλογικότητας (ενοίκιο Ιούλη, Αυγούστου, Σεπτέμβη, λογαριασμοί, προετοιμασία κάμπινγκ). Αυτό σημαίνει:

·Όλοι οι σύντροφοι να καλύψουν τις συνδρομές τους μέσα στο επόμενο δεκαήμερο σε επικοινωνία με τον υπεύθυνο οικονομικών σ. Α.Κ. (6974649488)

·Όλοι οι πυρήνες να δώσουν όλα τα ποσά που έχουν συλλέξει από προηγούμενα τεύχη του Εκτός γραμμής

·Να υπάρξουν μαζικές πωλήσεις του τρέχοντος τεύχους του Εκτός Γραμμής.

26. Τέλος, έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία η μαζική συμμετοχή στην μεγάλη διαδήλωση αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό λαό που θα γίνει την Τρίτη 11/07 στο Πάρκο Ελευθερίας.