Εισαγωγή

Από τις 25 Μάη ο μεγάλος λαϊκός ξεσηκωμός άλλαξε το τοπίο μέσα στη χώρα, δείχνοντας ότι έχουμε περάσει σε μια ανώτερη φάση της κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Η πρωτοφανής σε διάρκεια ακολουθία κινητοποιήσεων, η τεράστια μαζικότητα που είχαν στις κορυφαίες στιγμές, η ηρωική και συλλογική αντίσταση απέναντι στον παροξυσμό κρατικής βίας στις 28 και 29 Ιούνη (ύστερα από την «πρόβα» στις 15 Ιούνη), οι πολύμορφες αποδοκιμασίες των εκπροσώπων της κυβέρνησης, η συνέχιση των κινητοποιήσεων και μετά το ορόσημο της ψήφισης του μεσοπρόθεσμου ορίζουν αυτή την αλλαγή φάσης. Η ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου μπορεί να απέτρεψε την άμεση κατάρρευση του κυβερνητικού κέντρου, όμως, δεν αναιρεί την αποσταθεροποιητική συνθήκη για την κυβέρνηση και την κυρίαρχη πολιτική. Το ρήγμα στις σχέσεις εκπροσώπησης, που είναι το υλικό υπόβαθρο μιας ανοιχτής πολιτικής κρίσης, παραμένει περισσότερο παρά ποτέ ενεργό. Η δυνατότητα νέων πολιτικών και κοινωνικών εκρήξεων αλλά και μιας άλλης συνολικότερης ανατροπής του συσχετισμού δύναμης περισσότερο πραγματική. Οι προκλήσεις αλλά και οι ευθύνες για τη ριζοσπαστική αριστερά περισσότερο μεγάλες παρά ποτέ.

Οι αντιφάσεις της παγκόσμιας οικονομίας

1. Σε πείσμα της προσπάθειας να μας πείσουν ότι η παγκόσμια οικονομία έχει μπει σε τροχιά ανάκαμψης στην πραγματικότητα εξακολουθούν να είναι οξυμμένες οι αντιφάσεις που τη διαπερνούν. Η διαρκή ανησυχία μήπως και η αμερικανική ανάκαμψη δεν διατηρηθεί και έχουμε και δεύτερη φάση ύφεσης, οι αναθεωρήσεις των θετικών προβλέψεων των διεθνών οργανισμών, η διαπίστωση επιβραδύνσεων, το διαρκώς ανοιχτό πρόβλημα του χρέους, ακόμη και για τους ηγεμονικούς σχηματισμούς, όλα αυτά αποτυπώνουν ότι κάθε άλλο παρά έχουμε μπει σε μια φάση απρόσκοπτης ανάκαμψης.

Ο παροξυσμός της επίθεσης από την ΕΕ

2. Το εγχείρημα της «Ενωμένης Ευρώπης» περνάει περίοδο κρίσης και αντιδραστικής μετάλλαξης Έχει πια φανεί ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια «ελληνική ιδιαιτερότητα», αλλά με τη συνολικότερη κρίση της ευρωζώνης. Αυτό φάνηκε από το ξέσπασμα της Ιρλανδικής κρίσης (ποιος θυμάται την εποχή που η Ιρλανδία αντιμετωπιζόταν ως το παράδειγμα οικονομικής επιτυχία), αλλά και από την επέκταση της κρίσης χρέους και στον Ευρωπαϊκό Νότο (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία). Η μετάλλαξη της «Ενωμένης Ευρώπης» δεν αποτυπώνεται μόνο στους κραδασμούς που φέρνει η όξυνση της καπιταλιστικής κρίσης. Πάνω από όλα αποτυπώνεται στην αυταρχική και αντιδραστική μετάλλαξη των θεσμών της ΕΕ. Οι ρητές αναφορές σε «μειωμένη εθνική κυριαρχία», η αναζήτηση και τυπικών μορφών που θα καταλύουν την εθνική κυριαρχία των περιφερειακών σχηματισμών, η λογική της με κάθε τρόπο επιβολής μέτρων κοινωνικής βαρβαρότητας αποτυπώνει αυτή τη μετάλλαξη. Στην πραγματικότητα η ΕΕ εξελίσσεται σε ό,τι πιο αντιδραστικό και αντιλαϊκό βγήκε στην Ευρωπαϊκή ήπειρο μετά το ναζισμό. Η απόφαση για τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης επισημοποιεί τη δυνατότητα της ΕΕ να επιβάλει προγράμματα «δομικών μεταρρυθμίσεων» και προγραμμάτων «δημοσιονομικής προσαρμογής» σε αντάλλαγμα προς τη δανειακή διάσωση όσων σχηματισμών θα βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο χρεοκοπίας. Η διάσωση αυτή σημαίνει χωρίς προηγούμενο αναίρεση τυπικών δυνατοτήτων των ίδιων των χωρών να αποφασίζουν οι ίδιες. Αντίθετα, θα υπάρχει ένα ευρύ φάσμα και τυπικών μορφών «οικονομικής επιτροπείας» και «διεθνούς οικονομικού ελέγχου». Τα «Μνημόνια» από εξαίρεση γίνονται πια ο κανόνας. Το Σύμφωνο για το Ευρώ, αποτελεί βήμα προς την «Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση» και τη δυνατότητα ακόμη πιο αντιδραστικών παρεμβάσεων στην οικονομική και κοινωνική πολιτική κάθε κράτους μέλους: Η συνταγματοποίηση της δημοσιονομικής ασφυξίας και η προληπτική απαγόρευση κάθε δυνατότητας αναδιανομής μέσω των κρατικών δαπανών θα είναι μόνο η μία πλευρά αυτής της στρατηγικής. Η εναρμόνιση των συνταξιοδοτικών και μισθολογικών πολιτικών και η υποχρέωση να συρρικνώνονται οι πραγματικοί μισθοί αλλά και η συμμόρφωση των εργασιακών σχέσεων στην πιο ελαστική εκδοχή θα είναι η άλλη πλευρά. Η ΕΕ δεν διαμορφώνει απλώς ένα οικονομικό πλαίσιο που θα εξωθεί στη λιτότητα και την ελαστική εργασία αλλά αναλαμβάνει και την τυπική επιβολή τους. Πρόκειται για ακραία εκδοχή νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού οικονομικού συντάγματος που προσπαθεί όχι απλώς να αναιρέσει κατακτήσεις αλλά να παγιώσει μια ακραία τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης σε βάρος των εργαζομένων. Αντιστοιχεί σε μια στρατηγική «φυγής προς τα εμπρός» που αδυνατεί να δει τις βαθύτερες αντιφάσεις της Ευρωπαϊκής Οικοδόμησης, την αποτυχία της «στρατηγικής της Λισσαβόνας» για ένα άλμα στην παραγωγικότητα, το δομικό ανορθολογισμό του ευρώ και θεωρεί ότι η κοινωνική βαρβαρότητα και η ταπείνωση των εργαζομένων θα οδηγήσει σε ένα νέο κύκλο ανάπτυξης.

3. Βασική πλευρά των αντιφάσεων σήμερα μέσα στην ΕΕ αλλά και κομβική πλευρά του αντιδραστικού ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της είναι και το ευρώ.Το «κοινό νόμισμα» δεν υπήρξε ποτέ μόνο ένα σχέδιο για τη διαμόρφωση μιας ενιαίας αγοράς και ενός χώρου ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων επενδύσεων. Ούτε ήταν ποτέ μόνο ένα «ατσάλινο κλουβί» του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού, μέσα από την άρση των προστατευτικών μηχανισμών και την έκθεση στο διεθνή ανταγωνισμό σχηματισμών με άνισα επίπεδα παραγωγικότητας. Αποτελούσε, ταυτόχρονα και τμήμα μιας προσπάθειας ενίσχυσης της θέσης των ηγεμονικών σχηματισμών στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Αυτό αφορά ιδιαίτερα τον τρόπο που το ευρώ εξυπηρέτησε τη στρατηγική της Γερμανίας να μπορεί να διαχειρίζεται ένα εν δυνάμει παγκόσμιο νόμισμα, να διατηρήσει υψηλά πλεονάσματα, να εκμεταλλευτεί την ένταση της ανισόμετρης ανάπτυξης μέσα στην Ευρωζώνη. Σήμερα το ευρώ παροξύνει την κρίση χρέους, επιτείνει τις ανισότητες, οδηγεί σε συνθήκες ασφυκτικής πίεσης. Σε πείσμα μιας ολόκληρης μαρξίζουσας τάσης που στο όνομα ενός γενικόλογου αντικαπιταλισμού παρουσιάζει όλες τις χώρες της ΕΕ ως περίπου ισοδύναμες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στην πραγματικότητα περισσότερο παρά ποτέ η ΕΕ διαπερνάται από μια χωρίς προηγούμενο πόλωση ανάμεσα στους σχηματισμούς του πυρήνα, με ηγετική δύναμη τη Γερμανία, και τους περιφερειακούς σχηματισμούς.

6. Όπως ακριβώς στο αποκορύφωμα της αποικιοκρατίας, στο πέρασμα από το 19ο στον 20ο αιώνα, οι αστοί και ρεφορμιστές απολογητές της αποικιοκρατίας παρουσίαζαν την αποικιακή καθυπόταξη, λεηλασία και εκμετάλλευση ως τη μόνη λύση για την αντιμετώπιση των οξυμμένων εσωτερικών κοινωνικούς αντιθέσεων, έτσι και τώρα ολοένα και περισσότερο η αντιμετώπιση των περιφερειακών σχηματισμών ως χωρών μειωμένης κυριαρχίας και η βίαιη εξαγωγή των πιο επιθετικών «θεραπειών σοκ», παρουσιάζεται ως η μόνη λύση για να διατηρήσουν το καθεστώς συσσώρευσης. Και όπως ακριβώς η τότε αποικιοκρατία λειτουργούσε και με μια βαθιά ρατσιστική ιδεολογία για τους λαούς του Τρίτου Κόσμου που είναι κατώτεροι και έτσι θα «εκπολιτιστούν» μέσα από την αποικιακή επέκταση, έτσι και τώρα η φιλολογία περί τεμπέληδων Ελλήνων, Πορτογάλων κ.λπ. χρησιμοποιείται για τη νομιμοποίηση της επιβολής συνθήκης μειωμένης κυριαρχίας στο όνομα του αναγκαίου «εκσυγχρονισμού».

5. Την ίδια στιγμή και το ίδιο το Ευρωπαϊκό κέντρο σπαράζεται από αντιθέσεις και ανταγωνισμούς. Έκφραση αυτών και η συνεχιζόμενη αντίθεση σχετικά με τους όρους αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, καθώς είναι πασιφανές ότι είναι αδύνατο να αποπληρωθεί ομαλά. Εξ ου και η συζήτηση για το εάν θα είναι εθελοντική ή υποχρεωτική η αποδοχή νέων ελληνικών τίτλων αντί για την αποπληρωμή των παλιών τους. Αυτό, άλλωστε, σχετίζεται και με το εάν και σε ποια κλίμακα η ΕΕ και το ΔΝΤ θα αναλάβουν το σύνολο των δανειακών αναγκών της χώρας (εφόσον είναι αδύνατη η επιστροφή στις «αγορές»). Σε κάθε περίπτωση, όμως, όποια και εάν είναι η επιλογή για τη μέθοδο αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους η επιλογή τους είναι η επιβολή βάρβαρων μέτρων λιτότητας, διάλυσης του κοινωνικού κράτους και ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας.

6. Σήμερα ΕΕ και ΔΝΤ μεθοδεύουν το ξεπούλημα δημόσιων επιχειρήσεων και δημόσιας περιουσίας. Παρότι παρουσιάζεται ως «ταμειακή λύση» στην πραγματικότητα είναι ένα συνολικότερο σχέδιο για μια πραγματική λεηλασία, με ριζική αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος με χαμηλό κόστος, μια πρακτική που εφαρμόστηκε και αλλού (Λατινική Αμερική) με καταστροφικά αποτελέσματα. Στην πραγματικότητα γνωρίζουν ότι η χρεοκοπία στο τέλος είναι αναπόφευκτη, αλλά το όφελος για τις πιο επιθετικές μερίδες του κεφαλαίου στην Ευρώπη θα είναι η απόκτηση κρίσιμων επιχειρήσεων, εκτάσεων, περιουσιακών στοιχείων σε εντυπωσιακά χαμηλή τιμή. Γιατί είναι σαφές ότι όλα τα μέτρα, τόσο τα μέτρα λιτότητας όσο και οι ιδιωτικοποιήσεις δεν αποσκοπούν απαραίτητα στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους, αυτή εξαιτίας πρώτα και κύρια της παρατεταμένης ύφεσης είναι πιθανώς τελικά να παροξυνθεί, αλλά πρωτίστως στη βίαιη αλλαγή κοινωνικού υποδείγματος, καθώς και στην αξιοποίηση των περιφερειακών σχηματισμών ως χώρων υποδοχής της κοινωνικής πίεσης από τους σχηματισμούς του κέντρου.

7. Γι’ αυτό και το αίτημα για τη ρήξη με την ΟΝΕ και το ευρώ αποκτά ξεχωριστή ιστορική επικαιρότητα. Αυτό που προσπάθησαν να μας παρουσιάσουν ως αδιανόητο, δηλαδή η έξοδος χώρας από το ευρώ και την ΟΝΕ, τώρα παρουσιάζεται ως ιστορική πιθανότητα αλλά και αναγκαιότητα. Σήμερα οποιαδήποτε τοποθέτηση μέσα στην Αριστερά δεν βλέπει την αναγκαία ρήξη με την ΕΕ και επιμένει, είτε στο όνομα του αριστερού ευρωπαϊσμού, είτε στο όνομα ενός γενικόλογου διεθνισμού, στη γραμμή του μετασχηματισμού της ΕΕ, απλώς συμβάλει στη στήριξη της πιο κρίσιμης καθεστωτικής τοποθέτησης.

Η πολιτική σημασία του χρέους

8. Η πρωτοφανής απήχηση του «Δεν χρωστάμε – δεν πουλάμε – δεν πληρώνουμε» αποδεικνύει πόσο ορθή ήταν η επικέντρωση στο ζήτημα του χρέους από σημαντικά κομμάτια της ριζοσπαστικής αριστεράς. Όπως, έχουμε αναφέρει πολλές φορές σήμερα το ζήτημα του χρέους και το ενδεχόμενο χρεοκοπίας ακόμη και αναπτυγμένων σχηματισμών σήμερα αποτελεί μια κομβική αντίφαση που διαπερνά την παγκόσμια οικονομία. Αποτέλεσμα αλλά και συμπύκνωση ταυτόχρονα της δομικής καπιταλιστικής κρίσης το διογκωμένο και πλέον επισφαλές κρατικό χρέος μετατρέπεται όχι μόνο σε πρόβλημα αλλά και μοχλό εμπέδωσης των πιο αντιλαϊκών πολιτικών με επικέντρωση στις περικοπές κοινωνικών δαπανών, τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και τη μείωση του μισθολογικού κόστους. Γι’ αυτό το λόγο και είναι εξαιρετικά λανθασμένη εκείνη η γκάμα τοποθετήσεων μέσα στην Αριστερά που πρακτικά υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να ασχολούμαστε με το χρέος και εάν μπορεί να διαγραφεί αλλά απλώς να ζητάμε να γίνει η «ορθή» φορολόγηση των επιχειρήσεων. Αυτή η κατεύθυνση, παρά το φραστικό αντικαπιταλισμό της, στην πραγματικότητα λειτουργεί σε φιλοσυστημική κατεύθυνση είναι εγγενώς ρεφορμιστική καθώς υποστηρίζει ότι μπορούμε ταυτόχρονα να έχουμε και το σκύλο χορτάτο (π.χ. η Ελλάδα να είναι συνεπής έναντι των πιστωτών, να μην αποκόπτεται από τους πιστωτές της κ.λπ.) και τηνπίτα ολόκληρη (να φορολογήσουμε τους πλούσιους, να πάρουμε πίσω τις φοροαπαλλαγές κ.λπ.), ενώ την ίδια στιγμή αποπολιτικοποιεί πλήρως τις διεθνείς συναλλαγές (συμπεριλαμβανομένου και του δανεισμού) υποτιμώντας ότι σήμερα αυτό που πρωτίστως εξάγουν οι αγορές είναι συστημική καπιταλιστική κοινωνική βία, μια πίεση για συμμόρφωση προς τις πιο επιθετικές αστικές στρατηγικές. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και οι περιβόητοι οίκοι αξιολόγησης, αυτοί οι ιδιότυποι «οργανικοί διανοούμενοι» των αγορών, δεν μένουν σε τυπικά χρηματοοικονομικά μεγέθη αλλά επεκτείνονται και σε ερωτήματα ως προς την ασκούμενη πολιτική. Το παράδειγμα της Ιταλίας που αντιμετωπίζει πιστοληπτική υποβάθμιση επειδή «δεν έχει απελευθερώσει αρκετά την αγορά εργασίας» της είναι ιδιαίτερα διδακτικό. Αντίθετα, η επιλογή της άμεσης παύσης πληρωμών και της διαγραφής του χρέους ορίζει και ένα πεδίο ρήξης με την διεθνοποίηση του κεφαλαίου και συνολικότερης αλλαγής συσχετισμών σε όφελος της εργασίας. Σε συνδυασμό με τα αιτήματα για την έξοδο από το ευρώ και την αποδέσμευση από την ΕΕ ορίζουν σήμερα την αντίθεση στο σύγχρονο ιμπεριαλισμό ιδίως σε μια περίοδο αναδίπλωσης, αυταρχικής σκλήρυνσης των ηγεμονικών σχηματισμών και ολοένα και μεγαλύτερων πολώσεων ανάμεσα σε σχηματισμούς με άνισα επίπεδα ανάπτυξης.

Χρέος και ΕΕ

9. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, το πώς το ζήτημα του χρέους σήμερα τέμνει και την ίδια την ΕΕ και γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστική η αντιπαράθεση γύρω από τη διαχείριση του ελληνικού χρέους. Είναι γνωστό ότι για μεγάλο διάστημα η βασική διαίρεση ήταν ανάμεσα στους Γερμανούς που θέλοντας να μειώσουν τον όγκο του δανείου προς την Ελλάδα ήθελαν να υποχρεωθούν οι Ευρωπαϊκές Τράπεζες (και οι Ελληνικές) καθώς και η ΕΚΤ να επιμηκύνουν τα ελληνικά ομόλογα που έχουν στην κατοχή τους (ουσιαστικά να υποχρεωθούν να τα ανταλλάξουν με άλλα που θα λήγουν αργότερα) έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων (τοκοχρεολυσίων) της Ελλάδα πουδιαφορετικά έπρεπε να καλυφθούν από το μηχανισμό στήριξης. Είναι έκφραση της Γερμανικής θέσης να αναλάβουν μέρους του κόστους και οι ιδιώτες. Από την άλλη η ΕΚΤ και οι Γάλλοι υποστηρίζουν ότι αυτό ισοδυναμεί με χρεοκοπία (θα είναι «πιστωτικό συμβάν») με αποδιαρθρωτικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και ιδίως τις ευρωπαϊκές τράπεζες και αντιπροτείνουν εθελοντική συμμετοχή των ιδιωτών. Φαίνεται ότι τελικά επιτεύχθηκε κάποιου τύπου συμβιβασμός, υπό την πίεση και των αποσταθεροποιητικών εξελίξεων στην Ελλάδα. Αυτό αντανακλά και τον τρόπο που ακόμη και μέσα σε μια βαθιά κρίση το τραπεζικό και ευρύτερα χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο διατηρεί ηγεμονικό ρόλο μέσα στους ευρωπαϊκούς συνασπισμούς εξουσίας, πιέζοντας για την αποτροπή μέτρων που θα είχαν άμεσο κόστος για το ίδιο και επιβάλλοντας μια φυγή προς τα εμπρός σε σχέση με την επίθεση στα λαϊκά στρώματα. Αντανακλά, όμως, και τα βαθύτερη κρίση στρατηγικής της ΕΕ και την αναδίπλωσή της σε μια ιδιαίτερα αυταρχική και αντιλαϊκή κατεύθυνση. Είναι σαφές ότι το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, αλλά εκφράζει τη δομική αντίθεση σήμερα της Ευρωζώνης. Η απαίτηση με κάθε τρόπο διατήρησης του κοινού νομίσματος και της παράλογης δημοσιονομικής αρχιτεκτονικής που επιβάλλει, σε συνδυασμό με τη αναγόρευση της βιωσιμότητας των τραπεζών σε υπέρτατο κριτήριο και την προκαταβολική αδυναμία κάλυψης των πραγματικών διαφορών παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, το μόνο που κάνει είναι να συντηρεί το φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης, των προγραμμάτων κοινωνικής καταστροφής και της ύφεσης. Η φυγή προς τα εμπρός των ηγεμονικών σχηματισμών και η υπαγωγή των περιφερειακών σχηματισμών σε καθεστώς μειωμένης κυριαρχίας απλώς θα οξύνει αυτές τις αντιφάσεις.

Από τη στρατηγική του Μνημονίου στην ανοιχτή πολιτική κρίση

10. Είναι σαφές ότι η επιλογή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ να ενεργοποιήσει την ακολουθία κινήσεων που οδήγησαν στο Μνημόνιο και τώρα στο Μεσοπρόθεσμό δεν ήταν μια αντανακλαστική κίνηση απέναντι στην πίεση των αγορών, αλλά είχε και ένα στοιχείο πολιτικού υπολογισμού. Φαίνεται ότι συγκεκριμένα κέντρα εξουσίας και μερίδες του κεφαλαίου, ιδίως οι πιο επιθετικές, επεδίωκαν μέσω της πρόσκλησης του ΔΝΤ και της ΕΕ να μπορέσουν να επιβάλουν, στο όνομα της αποφυγής της χρεοκοπίας, ένα σύνολο τομών σε βάρος των εργαζομένων που μέχρι τώρα δεν είχαν μπορέσει να περάσουν: μείωση του κόστους εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις, ελάστικοποίηση αγοράς εργασίας. Γύρω από αυτή τη στρατηγική συσπειρώνονταν το τραπεζικό κεφάλαιο, κατεξοχήν εκπρόσωπος των πιο επιθετικών κινήσεων, οι μονοπωλιακοί όμιλοι που έψαχναν μια διέξοδο απέναντι στη διαφαινόμενη πτώση κερδοφορίας (κατασκευαστικό κεφάλαιο, εφοπλισμός, τουρισμός κ.λπ.) αλλά και ένα κομμάτι εξαγωγικών βιομηχανιών που ήθελαν έναν τρόπο να υπάρξει μέσα από τη συρρίκνωση του κόστους εργασίας μια τόνωση των εξαγωγών. Γύρω από αυτή τη συμμαχία συσπειρώνονταν μεγάλο μέρος των «οργανικών διανοουμένων», ανώτερων στελεχών του κρατικού μηχανισμού καθώς και τα ΜΜΕ, με την διαπλοκή των τελευταίων με τις μερίδες που στήριζαν αυτή την πολιτική να εξασφαλίζει και μια ιδεολογική ομογενοποίηση. Αυτή ήταν η αρχική κοινωνική συμμαχία γύρω από τα μέτρα. Ωστόσο, η εξέλιξη των πραγμάτων, η τρομακτική ύφεση στην οποία όπως ήταν αναμενόμενο βύθισε η πολιτική αυτή την οικονομία, η τεράστια αφαίμαξη εισοδήματος, ο περιορισμός συνολικά της κρατικής δαπάνης συμπεριλαμβανομένης και αυτής που θα επιδοτούσε έργα και καπιταλιστικές επιχειρήσεις, το μισθολογικό και φορολογικό τσάκισμα των στρωμάτων της νέας μικροαστικής τάξης (μισθωτής και αυτοαπασχολούμενης), η αποσάθρωση των μικρών επιχειρήσεων, η έκρηξη και του ιδιωτικού χρέους και η προοπτική όλα αυτά να επιδεινώνονται διαρκώς, όξυνε τις αντιφάσεις σε αυτή τη στρατηγική, ακόμη και για αστικές μερίδες, οδηγώντας και σε ποικίλες εκδοχές αναζήτησης εναλλακτικών στρατηγικών. Δεν είναι τυχαία έτσι όλο το χειμώνα η ανακύκλωση σεναρίων για κυβερνήσεις τεχνοκρατών, για τροποποιήσεις πλευρών της πολιτικής, για ανάδειξη «φρέσκων προσώπων». Σε σχέση με το λαϊκό παράγοντα ο αρχικός σχεδιασμός δεν ήταν η απόσπαση συναίνεση, αυτό άλλωστε σε επίπεδο υλικών όρων ήταν ανέφικτο, αλλά η συστηματική αποκαρδίωση, αποδιάρθρωση και εξατομίκευση. Αυτό ήταν και το στίγμα μετά την 5η Μάη 2010 όταν η κυβέρνηση προσπάθησε να πατήσει πάνω στην κάμψη των κινητοποιήσεων και την έκρηξη της βίας. Γι’ αυτό και όλο το χειμώνα η τακτική ήταν αλλεπάλληλες επιθέσεις σε κλάδους, η «αντοχή» απέναντι στις κινητοποιήσεις, η αξιοποίηση του ρατσισμού και των ακροδεξιών πογκρόμ, έτσι ώστε να μένει το ίχνος ότι κανένας αγώνας δεν μπορούσε να φέρει αποτελέσματα και η οργή να μετατρέπεται σε εξατομικευμένη κατάθλιψη και επιβιωτισμό. Συμπλήρωμα αυτής της κίνησης και η επίδειξη αυταρχισμού, π.χ. στις 11 Μάη.

11. Αυτό που δεν υπολόγιζε, όμως, η κυβέρνηση είναι τελικά θα υπήρχε μια διέξοδος συλλογική στη συσσωρευμένη αγανάκτηση και οργή. Στην πραγματικότητα διαρκώς όλη την περίοδο που συζητάμε ήταν σε εξέλιξη ένα βαθύ ρήγμα στις σχέσεις εκπροσώπησης. Όχι μόνο το ΠΑΣΟΚ αλλά και συνολικά το επίσημο δικομματικό πολιτικό σύστημα σταδιακά στερούνταν κρίσιμες εκπροσωπήσεις που όρισαν τη σχετικά σταθερότητα του. Η απαξίωση των δυνάμεων της εργασίας, τα νέα χτυπήματα σε στρώματα μικροαστικά, παλιά και νέα, η εκτίναξη της ανεργίας και ειδικά της ανεργίας των νέων σε ύψη δυσθεώρητα, η διαφαινόμενη εξάντληση των παραδοσιακών δυνατοτήτωνάτυπης ενδοοικογενειακής και διαγενεακής αλληλεγγύης, η αναγγελία και νέων μέτρων μέσω του μεσοπρόθεσμου, όλα αυτά βάθαιναν αυτή την κρίση εκπροσώπησης. Αυτό που έλειπε ήταν αυτή να πάρει υλική και συλλογική μορφή. Και εδώ αποδείχτηκε ότι οι πλατείες ήταν η λύση, δηλαδή μια συλλογική επίμονη και συνολική διαμαρτυρία, στηριγμένη στη δυνατότητα όλων να συμμετέχουν και στον άμεσο μετασχηματισμό της ατομικής οργής σε συλλογική πράξη, χωρίς το βάρος και τι φορτίσεις των παραδοσιακών πολιτικών και συνδικαλιστικών διαμεσολαβήσεων. Σίγουρα στο πώς αγκαλιάστηκαν οι πλατείες μέτρησε το ότι κανείς μπορούσε να πάει εκεί χωρίς να χρειάζεται να υποστεί π.χ. το κόστος της σύγκρουσης με τον εργοδότη του που θα σήμαινε μια απεργία, σίγουρα μέτρησε ο τρόπος που αντιστοιχούσαν και σε «αντικομματικά» αντανακλαστικά, αλλά αυτό δεν μειώνει τον τρόπο που οι «πλατείες» έδιναν μια συλλογική και συνολική διέξοδο στο να εκφραστεί η συσσωρευμένη αγανάκτηση. Προφανώς και οι εμπειρίες που προηγήθηκαν, όλες οι κινητοποιήσεις του προηγούμενου διαστήματος, οι απεργίες, τα κινήματα ανυπακοής «Δεν Πληρώνω», οι συλλογικές αναπαραστάσεις αγώνα που σωρεύτηκαν, τα δίκτυα επικοινωνίας και αλληλεγγύης, ιδίως σε τοπικό επίπεδο, όλα αυτά βοήθησαν στο να βγει τώρα ένα αγωνιστικό ξέσπασμα τέτοιας κλίμακας. Όμως, πρέπει να δούμε και την τομή που φέρνουν οι «πλατείες». Αυτή βρίσκεται ακριβώς στον τρόπο που έφεραν στο προσκήνιο, σε μια υλική συλλογική πράξη την κρίση εκπροσώπησης. Το γεγονός ότι στις κινητοποιήσεις σε όλη την Ελλάδα κατέβηκαν και όλοι αυτοί που δεν είχαν συμμετάσχει στις αμιγώς συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις, ο τρόπος που κομμάτια της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ αγκάλιασαν αυτή την κινητοποίηση, η εξάπλωση συλλογικών πρακτικών σε όλη την Ελλάδα, όλα αυτά βάθαιναν το ρήγμα στις σχέσεις εκπροσώπησης και βοηθούσαν το μετασχηματισμό της ανοιχτή πολιτική κρίση. Όπως τονίστηκε πολλές φορές, ποτέ άλλωστε τυπικά δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση δεν υπήρξε τόσο καθολικά απονομιμοποιημένη. Οι κινητοποιήσεις στις πλατείες αποτελούν τομή ακριβώς επειδή αποτελούν τη συνάντηση ανάμεσα στον κόσμο του αγώνα και τα αναγκαστικά αντιφατικά κομμάτια που κατεβαίνουν για πρώτη φορά. Αυτό τις κάνει και πιο απειλητικές γιατί "οπτικοποιούν" μια πραγματική κρίση νομιμοποίησης για το αστικό μπλοκ

Η εποχή των εξεγέρσεων

12. Όταν πριν από μερικούς μήνες διατυπώθηκε η εκτίμηση ότι έχουμε μπει σε έναν κύκλο οριακά εξεγερσιακό, είχε υπάρξει, ίσως και δικαιολογημένα μια επιφύλαξη, ιδίως εάν αναλογιστούμε την υποχώρηση των εργατικών αγώνων, έστω και πρόσκαιρα, μετά τις 23/02 και τη δυσκολία στα μέτωπα της εκπαίδευσης. Όμως, η εκτίμηση για τον εξεγερσιακό κύκλο δεν αφορούσε το εάν και πώς ξεσπούν επιμέρους κινήματα, αλλά την ιδιαίτερη ένταση και ποιότητα που παίρνει ο κοινωνικός ανταγωνισμός όταν και όπως βγαίνει στο προσκήνιο. Επιπλέον, αφορούσε την ιιδιαίτερη ποιότητα που έπαιρναν πολιτικά και κοινωνικά κινήματα διεθνώς, με εμβληματικές τις Αραβικές εξεγέρσεις. Αυτό το «εξεγερσιακό ίχνος» αφορούσε τον τρόπο που κινητοποιήσεις κλιμακώνονταν εύκολα, τη δυνατότητα σύναψης κοινωνικών συμμαχιών μέσα στον αγώνα που παλιά θα ήταν αδιανόητες (π.χ. το πανυγειονομικό μέτωπο της κατάληψης του Υπουργείο Υγείας), τη συγκρουσιακή διάθεση και τα στοιχεία αυθόρμητης ριζοσπαστικοποίησης (με εμβληματικό παράδειγμα την κινητοποίηση της Κερατέας, αλλά και πλευρές των κινημάτων ανυπακοής «Δεν πληρώνω»). Αντιμέτωποι σήμερα με ένα πρωτοφανή λαϊκό ξεσηκωμό, σήμερα μπορούμε να είμαστε εν μέρει δικαιωμένοι σε αυτή την εκτίμηση, όπως και στο σύνθημα για την «εποχή των εξεγέρσεων» που ρίξαμε. Αυτό που ζούμε σήμερα, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι αντικειμενικά η μορφή που θα έπαιρνε ο ξεσηκωμός του πραγματικού λαού, της πραγματικής ελληνικής κοινωνίας, των πραγματικών λαϊκών στρωμάτων: άρα ένα αντιφατικό μείγμα οργής αγανάκτησης, «αντιπολιτικών» αντανακλαστικών, προωθημένης αγωνιστικότητας αλλά και ιδεολογικών αντιφάσεων, προχωρημένων πολιτικών συνθημάτων αλλά και γηπεδικών τόνων. Αλλά αυτός είναι ο λαός και είναι λάθος να έχουμε το αντανακλαστικό που κάποτε σατίρισε ο Μπρεχτ με το «ας εκλέξουμε έναν άλλο λαό». Η ηγεμονία της Αριστεράς, του λόγου, ακόμη και της αισθητικής της είναι ζητούμενο ποτέ προαπαιτούμενο. Η συνύπαρξη σε αυτό το κίνημα ανθρώπων που συμμετείχαν ενεργά σε κινήματα το προηγούμενο διάστημα και ανθρώπων που τώρα μαθαίνουν την αλφαβήτα της συλλογικής δράσης, η μεγάλη συμμετοχή ανθρώπων από την εκλογική βάση των κομμάτων εξουσίας, η διάρρηξη σχέσεων εκπροσώπησης, η πρωτοφανής διάρκεια και επιμονή διαμορφώνουν συνθήκη ασφυκτική και αποσταθεροποιητική για το πολιτικό σύστημα. Όσο για τον «αντιπολιτικό» τόνο που μπορεί να ξένισε κάποιους, συνηθισμένους ίσως από την μακρόχρονη σύγχυση μεταξύ κοινωνικού κινήματος και πολιτικού ρεύματος που ταλανίζει την ελληνική Αριστερά, ας αναλογιστούμε ότι στα μάτια της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας τα κόμματα είναι ταυτισμένα με την πολιτική εξαπάτηση, την υφαρπαγή της ψήφου, τον κυνισμό, την επιβολή αντιλαϊκών μέτρων. Με αυτή την έννοια η «αντιπολιτική» στιγμή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την αυθεντική πολιτικοποίηση των κινημάτων, αλλά και η πρόκληση για το πώς μπορεί η Αριστερά να δοκιμάσει να συμβάλει σε αυτή την πολιτικοποίηση κατοχυρώνοντας στην πράξη ότι έχει να προσφέρει μια πολιτική ανταγωνιστική προς την κυρίαρχη.

Οι εξεγέρσεις δεν γίνονται «βάσει σχεδίου». Και αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν εύκολο να έχουμε εκ των προτέρων ένα σαφές σχέδιο για το ότι θα μπορούσε να ξεκινήσει έτσι μια τέτοια ακολουθία κινητοποιήσεων. Παρότι από την άνοιξη, ύστερα και από το παράδειγμα των Αραβικών εξεγέρσεων, η ιδέα της Πλατείας – κέντρου αγώνα συζητιόταν σε διάφορες πλευρές, δύσκολα μπορούσε να προβλεφθεί ότι θα έπαιρνε αυτή τη μορφή. Αποδείχτηκε, όμως, ότι τελικά αυτή η μορφή που μπορούσε να λειτουργήσει με τον καλύτερο τρόπο. Να το πούμε πολύ απλά μέσα από τις «πλατείες» είναι που καταδείχτηκε ότι οι «από κάτω» δεν δέχονται να κυβερνηθούν σαν κανονικά και οι «από πάνω» δεν μπορούν να κυβερνήσουν!

Από όλα αυτά γίνεται σαφές ότι οι «πλατείες» ήταν ο κρίσιμος παράγοντας που επικαθόρισε τις εξελίξεις. Ακριβώς επειδή εκεί αποτυπώνονται έμπρακτα η τεράστια τομή στις σχέσεις εκπροσώπησης και η αποσταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος. Γι’ αυτό και επιμείναμε ότι θα ήταν λάθος σήμερα να πούμε είτε ότι είναι «ανταγωνιστικές προς το οργανωμένο εργατικό κίνημα» είτε να πούμε ότι «καλές ήταν γι’ αρχή αλλά τώρα πρέπει να βγει το οργανωμένο κίνημα μπροστά». Και οι δύο αυτές τοποθετήσεις δεν βλέπουν και υποτιμούν τον τρόπο που το ρήγμα αυτό σήμερα επικαθορίζει τις εξελίξεις και πώς οι «πλατείες» αναδιατάσσουν ουσιαστικά το συσχετισμό δύναμης και κεντρικοποιούν την πολιτική αντιπαράθεση. Στη σημερινή πραγματικότητα, στη σημερινή κατάσταση των λαϊκών τάξεων, του πολιτισμού τους, της κρίσης της Αριστεράς, των στοιχείων απομόρφωσης, η εικόνα του εξεγερμένου λαού δεν θα ήταν διαφορετική, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να υποτιμάμε ότι αυτό που συμβαίνει είναι λαϊκός ξεσηκωμός. Και δεν είναι τυχαίο ότι όλα δείχνουν ότι οι «πλατείες» μπόρεσαν τελικά να συναντηθούν, με συμβολική συμπύκνωση τις πανεργατικές απεργίες στις 15 Ιούνη και στις 28-29 Ιούνη και με το οργανωμένο εργατικό κίνημα και με οργανωμένα κομμάτια της Αριστεράς.

13. Και βέβαια τα αυθεντικά κινήματα εκφράζουν πάντοτε ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες και αναδεικνύουν ως πρόκληση ποιες κοινωνικές δυναμικές θα ηγεμονεύσουν. Στην πραγματικότητα διαδικασίες ανασύνθεσης του λαού ως συλλογικού υποκειμένου, ως κοινωνικής συμμαχίας, ως συνάντησης και ενοποίησης όλων των κοινωνικών τάξεων και μερίδων που σήμερα βρίσκονται στο στόχαστρο της κυρίαρχης πολιτικής. Και βέβαια απέναντι στη φιλολογία περί «διαταξικού» κινήματος, η απάντηση είναι ότι ζούμε σε κοινωνίες που η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων, και κυρίως η συντριπτική πλειοψηφία όσων αισθάνονται ότι πλήττονται άμεσα και καίρια, είναι άνθρωποι που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πουλάνε την εργατική τους δύναμη για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Η κραυγή αγωνίας που ακούμε, είναι η κραυγή του μισθωτού, του ανέργου, του νέου που βλέπει μόνο φραγμούς στο να μπορέσει να εργαστεί, του αυτοαπασχολούμενου που απαξιώνεται. Από την άλλη, θα ήταν λάθος να δούμε και τις κινητοποιήσεις αυτές ως την έκφραση ενός αναδυόμενου «Πλήθους» ως νέου υποκειμένου. Η προερχόμενη από τον μεταεργατισμό αυτή θέση παραβλέπει τις ταξικές εκπροσωπήσεις, αναγνωρίσεις διαμεσολαβήσεις και συμμαχίες που συγκεφαλαιώνονται σε αυτές τις κινητοποιήσεις και υποτιμά τη σχετική αυτοτέλεια που έχει και η πολιτική συγκρότηση και η συνδικαλιστική – κινηματική οργάνωση, ενώ ταυτόχρονα παραβλέπει ότι η εργατική και αντικαπιταλιστική οπτική είναι διακύβευμα σε τέτοιες ευρύτερες συμμαχίες και καθόλου κατοχυρωμένη εξαρχής.

14. Ότι σε αυτό το κίνημα ένα μεγάλο μέρος του κόσμου που συμμετείχε ενεργά στις κινητοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της αντίστασης στις κρατικές συμμορίες διάλεξε ως σημείο ταυτότητας την ελληνική σημαία είναι κάτι που ορθά εξαρχής είπαμε ότι δεν πρέπει να μας τρομάζει. Από τη μια, γιατί αντικειμενικά σήμερα τίθεται θέμα εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, γιατί όποιος σήμερα αισθάνεται ότι «εκποιείται η πατρίδα του» ή ότι «καταλύεται η εθνική κυριαρχία», όποιος διεκδικεί μια πατρίδα που να μην τον προδίδει καθημερινά, που να μην τον κάνει να αισθάνεται πρόσφυγας στον ίδιο του τον τόπο δεν είναι απαραίτητα «εθνικιστής». Μπορεί να είναι απλώς ο συνάδελφος ή ο γείτονάς μας που αναζητά μια συλλογική ταυτότητα αλληλεγγύης και εξοργίζεται με τον τρόπο που ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός βάζει ολόκληρες κοινωνίες στο στόχαστρο. Από την άλλη γιατί, η πρόκληση είναι ακριβώς εάν η Αριστερά, που ορθά είναι δύσπιστη απέναντι στη λειτουργία φενακισμού που έχει η εθνική ιδεολογία, μπορεί να αναδείξει άλλου τύπου συλλογικές αναγνωρίσεις με ταξικό και ανατρεπτικό πρόσημο, επιμένοντας σε τελική ανάλυση ότι μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να είναι μια ανοιχτόκαρδη και φιλόξενη πατρίδα για το «έθνος των εργαζομένων».

Μια πρωτότυπη δημοκρατία του αγώνα

15. Ταυτόχρονα, στις πλατείες είναι σε εξέλιξη το μεγαλύτερο πείραμα αυθεντικής λαϊκής δημοκρατίας των τελευταίων δεκαετιών. Οι συνελεύσεις, η δυνατότητα συμμετοχής σε άλλους, η αυστηρή τήρηση κανόνων ισηγορίας και αλληλοσεβασμού, η προσπάθεια για συλλογική επεξεργασία θέσεων, έστω και στοιχειωδών, δείχνουν το δρόμο για μια δημοκρατική διαδικασία που θα υπερβαίνει και τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό και την κονταρομαχία της «πλατφόρμας» που ταλανίζει το συνδικαλιστικό ή το φοιτητικό κίνημα. Εξέφρασαν και οι συνελεύσεις και όλες οι μορφές αυτοοργάνωσης την ιδιαίτερη ανάγκη ενός ευρύτερου δυναμικού για μια άλλη ποιότητα συλλογικότητας και αυτοδιάθεσης του χώρου και του χρόνου. Αυτό από μόνο του είναι ένα κρίσιμο βήμα πολιτικοποίησης. Επιπλέον, το να δοκιμάζει η Αριστερά, να πολιτικοποιήσει δημιουργικά ένα τέτοιο κίνημα, σεβόμενη αυτούς τους κανόνες, και αποφεύγοντας να λειτουργήσει ως «από μηχανής θεός» ή ως αυτόκλητος καθοδηγητής, είναι μια κρίσιμη δοκιμασία για να μπορέσει πραγματικά να κερδίσει με τις απόψεις και τις ιδέες της και να διαμορφώσει πολύ πιο ουσιαστικούς δεσμούς εκπροσώπησης. Παράλληλα, μέσα στις πλατείες αντικειμενικά δόθηκε η δυνατότητα να υπάρξει, ιδίως στις πανεργατικές μια συνάντηση των διαφόρων κινημάτων. Ειδικά για την Αθήνα, η επιτροπή «Δεν χρωστάμε – δεν πουλάμε – δεν πληρώνουμε» είχε μια σημαντική συμβολή στο να υπάρχει ένα διαρκές εργατικό σημείο αναφοράς μέσα στην Πλατεία. Από την άλλη, το ερώτημα ενός πραγματικού «συντονισμού των συντονισμών», ενός τρόπου να μπορούν να συναπάρχουν και να συντονίζονται σε ένα ανώτερο πολιτικό επίπεδο οι «πλατείες» με τα οργανωμένα κοινωνικά κινήματα, το εργατικό και το φοιτητικό, τα κινήματα ανυπακοής, τις λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές και τις πολύμορφες πρακτικές κοινωνικής αλληλεγγύης παραμένει ανοιχτό και είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την επόμενη μέρα του τωρινού κύκλου. Ταυτόχρονα, οι «πλατείες» αποτέλεσαν ένα μεγάλο εργαστήρι πολιτικοποίησης. Οι συζητήσεις, το πέρασμα από τη γενικολογία σε όλο και πιο συγκεκριμένα ερωτήματα, το άνοιγμα της κουβέντας για ζητήματα όπως το χρέος ή το σπάσιμο του ταμπού για το ευρώ, το μεγάλο ενδιαφέρον για ιστοσελίδες, κείμενα, αναλύσεις που πήγαιναν κόντρα στον κυρίαρχο μονόλογο, όλα αυτά αποτυπώνουν μια πραγματική επαναπολιτικοποίηση τμημάτων της κοινωνίας και μια αναζήτηση ριζοσπαστικών λύσεων. Οι μεγάλες διαβουλεύσεις για το χρέος, το σύμφωνο για το ευρώ, τη δημοκρατία αυτό ακριβώς ανέδειξαν. Ταυτόχρονα, ήταν και ένα πεδίο όπου ξεδιπλώθηκε μια διαλεκτική της ηγεμονίας σε σχέση με τα πολιτικά ρεύματα δείχνοντας ότι εάν πολιτικές αιχμές, όπως ήταν π.χ. αυτή του χρέους, δουλευτούν συστηματικά, μεθοδικά και με σεβασμό στη δημοκρατική διαδικασία συζήτησης μπορούν να κερδίσουν απέναντι και σε άγαρμπες απόπειρες να περαστούν «πλατφόρμες» και απέναντι στη λογική της αποπολιτικοποίησης και της γενικολογίας. Και αναμφίβολα η κλίμακα στην οποία άνοιξαν συζητήσεις αυτή την περίοδο και μπολιάστηκε ένα πρωτοπόρο κοινωνικό δυναμικό με στοιχεία μια εναλλακτικής ριζοσπαστικής πολιτικοποίησης είναι από τα μεγαλύτερα και θετικά ίχνη που αφήνει αυτό το κίνημα πίσω του.

15 Ιουνίου: η τομή

16. Η κινητοποίηση στις 15 Ιούνη αποτέλεσε τομή. Όχι μόνο γιατί η κυβέρνηση επέλεξε για πρώτη φορά το δρόμο της ανοιχτής και βίαιης αντιπαράθεσης με το κίνημα, αλλά και γιατί φάνηκε ότι το κίνημα μπορεί να προκαλεί συνθήκη πραγματικής πολιτικής αποσταθεροποίησης. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση βρέθηκε στα πρόθυρα της παραίτησης και μπορεί κανείς να πει ότι για μερικές ώρες είχε παραιτηθεί, το γεγονός ότι μέσα στο ΠΑΣΟΚ έγιναν κινήσεις που παρέπεμπαν σε ανακτορικό πραξικόπημα, η πρόταση για κυβέρνηση εθνικής ενότητας χωρίς τον Παπανδρέου πρωθυπουργό, η απόρριψη της πρότασης από τη ΝΔ, η εξέταση του ενδεχομένου των εκλογών και τελικά η επιλογή της αναδιανομής εξουσίας μέσα στο ΠΑΣΟΚ και η επιλογή του ανασχηματισμού, όλα αυτά έδειξαν πόσο κοντά φτάσαμε στο να οδηγηθεί για πρώτη φορά κυβέρνηση στην κατάρρευση ύστερα από την καταλυτική παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα. Εάν τελικά η κυβέρνηση δεν κατάρρευσε ήταν γιατί υπήρξαν μια συντονισμένη αντίδραση στο ενδεχόμενο αυτό:

- Από τη μεριά των Ευρωπαίων και του ΔΝΤ έγινε σαφές σε όλους τους τόνους ότι έπρεπε με κάθε τρόπο και με κάθε κόστος να περάσει το μεσοπρόθεσμο, χωρίς διακοπή της «θεσμικής διαδικασίας» στο όνομα των εκλογών. Γι’ αυτό και έσπευσαν να δώσουν εγγυήσεις έστω και την τελευταία στιγμή για την καταβολή της επόμενης δόσης του δανείου, ενώ ανάλογα κινήθηκε και το ΔΝΤ. Είναι σαφές ότι υπήρχε αυξημένο άγχος όχι μόνο για το ενδεχόμενο χρεοκοπίας αλλά και για το ενδεχόμενο ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής σταθεροποίησης. Ξέρουν καλά ότι εάν έπεφτε η κυβέρνηση, τότε αυτό θα συμπαρασύρει αναγκαστικά σημαντικό μέρος των μέτρων, με ό,τι σημαίνει αυτό για τις αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Ουσιαστικά, οι ηγεμονικές δυνάμεις της ΕΕ κινούνται υπό το βάρος ενός «τρόμου για το κενό» σε περίπτωση που έπεφτε η κυβέρνηση, περνούσαμε σε αναγκαστική περίοδο ακυβερνησίας και καθυστέρησης της ψήφισης των μέτρων.

- Σε αυτό το φόβο αποσταθεροποίησης είχαν και τη στήριξη των περισσότερων αστικών κέντρων εξουσίας, που σε αυτή τη φάση θέλουν με κάθε τρόπο να αποφύγουν την αποσταθεροποίηση και την διακύβευση της επιβολής των αντιλαϊκών μέτρων. Ανάμεσα στο ενδεχόμενο συντριβής μέσω άμεσης πτώσης της κυβέρνησης και συντριβής μέσω απόπειρας να συνεχίσουν να κυβερνούν, προτιμήθηκε το δεύτερο. Φάνηκε έτσι ότι στο επίπεδο του κοινοβουλευτικού ΠΑΣΟΚ και των διαφόρων ηγετικών στελεχών, ο βαθμός συμπόρευσης και συνενοχής είναι βαθύτερος. Η λογική «εάν είναι να πέσουμε ας πέσουμε όλοι μαζί» κυριάρχησε, ο Παπανδρέου αναγκάστηκε να θυσιάσει σημαντικό μέρος της ομάδας του, να συγκυβερνήσει με το Βενιζέλο, να φέρει διάφορους διαφωνούντες, να μοιράσει μερίδια εξουσίας σε δυσαρεστημένους σε μια κυβέρνηση που, παρ’ όλα αυτά, το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο θα εφαρμόσει. Αποτυπώνει αυτή η κυβέρνηση και το τέλος των όποιων αυταπατών μπορεί να υπήρχαν για τη δυνατότητα να αναδειχτούν εναλλακτικές λύσεις μέσα από το χώρο του ΠΑΣΟΚ.

- Η ΝΔ σε αυτή τη φάση δεν επιθυμούσε ούτε να συνδιαχειριστεί το Μεσοπρόθεσμο, ούτε όμως και να βρεθεί πρόωρα στην εξουσία ή να εμπλακεί σε μια απονομιμοποιημένη κυβέρνηση συνεργασίας. Προτιμά η κυβέρνηση να «βγάλει το φίδι από την τρύπα», να περάσει το μεσοπρόθεσμο και μετά, όταν καταρρεύσει, να ανέβει στην εξουσία. Όλο αυτό το διάστημα σπεύδει να κάνει σαφές ότι έχει ακόμη πιο φιλοεπιχειρηματική πολιτική από την κυβέρνηση και δεν είναι τυχαίο ότι έσπευσε να ψηφίσει αρκετές διατάξεις του εφαρμοστικού νόμου, ιδίως όσες αναφέρονται στις ιδιωτικοποιήσεις.

28-29 Ιούνη το διήμερο της αντίστασης

17. Η διήμερη πανεργατική απεργία αποτέλεσε επίσης τομή στην εξέλιξη του κινήματος. Και μόνο το γεγονός ότι διαμορφώθηκε συσχετισμός για διήμερη απεργία δείχνει την πίεση που ασκεί η λαϊκή οργή. Είναι γεγονός ότι η ίδια η απεργία δεν μπόρεσε να έχει τη συμμετοχή που θα απαιτούσαν οι περιστάσεις, ώστε να δοθεί η εικόνα ότι παραλύει η χώρα. Η ανασφάλεια του κόσμου της δουλειάς, η οικονομική δυσκολία, ο εργοδοτικός δεσποτισμός αλλά και η υπονόμευση από τη μεριά της γραφειοκρατίας της ΠΑΣΚΕ της κινητοποίησης έπαιξαν ρόλο σε αυτό. Επίσης σίγουρα η κλιμάκωση της αστυνομικής βίας στις 15 Ιούνη έπαιξε ένα ρόλο και στο να περιοριστεί σχετικά η μαζικότητα της κινητοποίησης. Με αυτή την έννοια ήταν πρόβλημα ότι η σύγκρουση δεν επεκτάθηκε σε χώρους δουλειάς και ότι πλην ΔΕΗ (που κι εκεί φάνηκε μετά ότι δεν υπήρχε διάθεση κλιμάκωσης) δεν υπήρξε μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές εξελίξεις που είχαν προηγηθεί, ο ανασχηματισμός και η επανασυσπείρωση του κοινοβουλευτικού ΠΑΣΟΚ έδιναν την αίσθηση σε μεγάλο μέρος του κόσμου ότι αυτή τη φορά δεν παίζονταν το ίδιο πολλά με τις 15 Ιούνη. Γι’ αυτό το λόγο και ήταν λάθος η υπερβολική επικέντρωση άλλων κομματιών στο «οργανωτικό» μέρος του αποκλεισμού. Παρόλα αυτά η κινητοποίηση αποτέλεσε τομή. Όχι μόνο γιατί η συνολική αθροιστική μαζικότητα ήταν πολύ μεγάλη, αλλά και γιατί αποτυπώθηκε μια εντυπωσιακή συλλογική αντίσταση στην αστυνομική βία και τρομοκρατία. Τέτοιες μεγάλες μάχες, τέτοιες μέρες δράσης που μένουν στην ιστορία αφήνουν πίσω τους μεγάλα πολιτικά χνάρια, δεσμούς συντροφικότητας, συλλογικές αναγνωρίσεις που δεν διαγράφονται εύκολα. Επιπλέον, η επιλογή της κυβέρνησης να καταφύγει σε μια άνευ προηγουμένου καταστολή, κατάφερε τελικά να ενισχύσει στοιχεία αυθόρμητης ριζοσπαστικής πολιτικοποίησης και δεν πτόησε έναν κρίσιμο αγωνιστικό πυρήνα, μια αναδυόμενη πρωτοπορία που έδειξε και τις επόμενες μέρες τη διάθεσή της να συνεχίσει να αγωνίζεται.

Η αυταρχική στροφή

18. Είναι σαφές ότι αυτή τη στιγμή ζούμε μια πραγματική μετάλλαξη των όρων άσκησης πολιτικής, με αυταρχική μετατόπιση, μια πραγματική αντιδημοκρατική εκτροπή, που δεν αφορά μόνο την ελληνική πλευρά αλλά και συνολικά τους όρους άσκησης πολιτικής μέσα στην Ευρωζώνη. Στην πραγματικότητα ζούμε μέρες ενός ιδιότυπου καθεστώτος «έκτακτης ανάγκης», που περιφρονεί προκλητικά την κοινωνική πλειοψηφία και την πάνδημη αποδοκιμασία αυτής της πολιτικής, έναν υπαγορευόμενο από τις πιο επιθετικές μερίδες του κεφαλαίου, ντόπιου και ευρωπαϊκού, μεταμοντέρνο κοινοβουλευτικό καισαρισμό και βοναπαρτισμό. Μια κυβέρνηση που εκλέχτηκε με το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν» έσπευσε να εφαρμόσει το μεγαλύτερο πρόγραμμα αφαίμαξης εισοδήματος των τελευταίων δεκαετιών. Η «Δανειακή Σύμβαση» και το Μνημόνιο συνοδεύονται από πρωτοφανή εκχώρηση πλευρών της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Ο πυρήνας της χάραξης πολιτικής ανήκει ρητά στους εκπροσώπους της Τρόικας. Μη αιρετά στελέχη της ΕΕ όπως ο κ. Όλι Ρεν ή επαγγελματίες οικονομικοί δολοφόνοι του ΔΝΤ όπως ο κ. Τόμσεν υπαγορεύουν πολιτικές ή ακόμη και την υποχρεωτική συναίνεση σε αυτές. Μία κυβέρνηση που ανακοίνωσε την παραίτησή της, αναγνωρίζοντας ότι είχε χάσει την πραγματική κοινωνική «δεδηλωμένη», παραμένει στην εξουσία επειδή ξένοι πιστωτές, εγχώριοι τραπεζίτες και οι περιβόητες «αγορές» επέβαλαν με κάθε τρόπο να ολοκληρωθεί η νομοθετική επεξεργασία του περιβόητου «Μεσοπρόθεσμου». Η μεγαλύτερη λαϊκή κινητοποίηση των τελευταίων δεκαετιών και η διαπίστωση ότι η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας απορρίπτει αυτή την πολιτική αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσας σημασία γεγονότα. Η καταστολή γίνεται κομβική πλευρά της άσκησης πολιτικής και θα αποτελέσει στοιχείο της περιόδου που ανοίγεται.

Η πολιτική ως προσπάθεια απόσπασης συναίνεσης και άρθρωσης κοινωνικών συμμαχιών μετασχηματίζεται στην δια πυρός και σιδήρου επιβολή μιας συνθήκης κοινωνικής καταστροφής, στην υποχρεωτική ενσωμάτωση της βούλησης των διεθνών οργανισμών, στην αμιγώς διοικητική και αστυνομική διεκπεραίωση της συντριβής των κοινωνικών δικαιωμάτων. Τα νομοσχέδια με ένα άρθρο, οι σαρωτικοί «εφαρμοστικοί νόμοι» νόμοι που πρέπει να ψηφιστούν σε λίγες ώρες για να μη χάσουμε τη επόμενη δόση εξαθλίωσης, η μετατροπή της υποτακτικής συμμόρφωσης στους πιστωτές σε αναπόδραστη «εθνική σταυροφορία», αντανακλούν αυτή την βαθιά αυταρχική μετάλλαξη.

Συνολικά, η πολιτική τάξη της Ευρώπης δείχνει να έχει ξεχάσει ότι η πολιτική δεν μπορεί να είναι «αυτόματος πιλότος», δεν μπορεί να είναι απλή υπαγόρευση μέτρων ή επιβολή «ομοθυμίας» χωρίς καμιά προσπάθεια απόσπασης συναίνεσης ή νομιμοποίησης, παρά μόνο με το τίμημα ανοιχτής πολιτικής κρίσης. Η λογική που λέει ότι μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε με εναλλαγές κυβερνήσεων, με κυβερνήσεις συνεργασίας ή με ανασχηματισμούς, αλλά τα μέτρα που θα πάρετε είναι αυτά που σας υπαγορεύουμε, παραβλέπει ότι ακόμη και η αστική κοινοβουλευτική πολιτική δεν μπορεί να είναι ποτέ απλή διακοσμητική αλλαγή σκηνικού, αλλά πρέπει να έχει και έστω και μικρά υλικά περιθώρια άσκησης διαφορετικών πολιτικών. Αυτή η άγνοια των μηχανισμών της ηγεμονίας και η μετάβαση σε μια μεταδημοκρατική και μεταηγεμονική εκδοχή τεχνοκρατικής και χρηματοοικονομικής κυριαρχίας, αυτό το μεταμοντέρνο μείγμα κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού και δικτατορίας των αγορών, μπορεί να φαντάζει ως ο μόνος δρόμος για την επιβολή της νεοφιλελεύθερης «κοινωνικής μηχανικής», όμως στην πραγματικότητα είναι η βασιλική οδός για τις κοινωνικές εκρήξεις και την ανοιχτή πολιτική κρίση.

Η ολοένα και μεγαλύτερη αμηχανία του πολιτικού σκηνικού έκφραση της πολιτικής κρίσης

19. Σε αυτό το επίπεδο η αμηχανία και ο φόβος του πολιτικού συστήματος εντείνεται. Το ΠΑΣΟΚ, ένα κόμμα που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι διατήρησε πάντα ισχυρές σχέσεις εκπροσώπησης με τα λαϊκά στρώματα βρίσκεται σε οριακή κρίση νομιμοποίησης βλέποντας να διαρρηγνύονται ακριβώς αυτές οι σχέσεις. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είναι η λιγότερο νομιμοποιημένη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Ας αναλογιστούμε ότι εκτός από τις «πλατείες» αντιμετωπίζει και πρωτόγνωρη κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα με τις ανταρσίες κομματιών της βάσης του, με πιο πρόσφατη αυτή της ΠΑΣΚΕ-ΟΤΑ. Οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζουν πραγματική κατακραυγή όπου βρεθούν κι όπου σταθούν. Η συναίσθηση ότι απόλυτα αδύνατο αυτό το κόμμα να πάει καλά στις επόμενες εκλογές επιτείνει αυτή την αίσθηση κρίσης. Αλλά και η ΝΔ όσο και εάν φαίνεται να εισπράττει μέρος της δυσαρέσκειας δεν κατορθώνει να διαμορφώσει ένα δυναμικό ρεύμα. Παρότι έχει κάνει ότι μπορεί να για αποστασιοποιηθεί από την κυβερνητική φθορά, εν μέρει βρίσκεται και αυτή στο στόχαστρο της αμφισβήτησης συνολικά του πολιτικού συστήματος. Επιπλέον, γνωρίζουν καλά ότι είτε βρεθούν στην εξουσία, είτε συμμετέχουν σε κάποιου είδους κυβέρνηση συνεργασία αργά ή γρήγορα θα αντιμετωπίσουν την ίδια κατακραυγή. Μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική κυβερνητική εκδοχή, δεν μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική στρατηγική. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι σχεδιασμοί που γίνονται αυτή τη στιγμή είτε από το κυβερνητικό κέντρο είτε από άλλα κέντρα εξουσίας αφορούν περισσότερο το να κερδίσουν χρόνο, να διαχειριστούν την κρίση απονομιμοποίησης και να κάνουν έναν ιδιότυπο πόλεμο φθοράς απέναντι στη δυναμική των κινητοποιήσεων. Η κυβέρνηση προσπαθεί να βαδίσει πάνω στη ψήφιση του μεσοπρόθεσμου, να εκμεταλλευτεί το καλοκαίρι για να περάσει όσα άλλα μέτρα μπορεί, με κορυφαίο το νόμο-έκτρωμα για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση, να τονώσει ορισμένες μερίδες του κεφαλαίου μέσω της επανεκκίνησης έργων εάν πετύχει να πάρει ευρωπαϊκά κονδύλια ΕΣΠΑ χωρίς εθνική συμμετοχή, να περάσει το καλοκαίρι και να ξαναμπούμε σε μια φάση εξατομικευμένη οργής και επιβιωτισμού. Από την άλλη γνωρίζουν καλά ότι η ιστορία των λαϊκών κινητοποιήσεων δεν μπορεί να κλείσει τόσο εύκολα, εφόσον έχει βάθος και έκταση, όπως επίσης και ότι πολύ σύντομα η εφαρμογή των μέτρων που ψηφίστηκαν, η οικονομική αφαίμαξη μεγάλων κομματιών εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων και η συνεχιζόμενη εκτίναξη της ανεργίας αντικειμενικά θα διαμορφώσει συνθήκη εκρηκτική και θα μπορούσε να πυροδοτήσει ακόμη πιο μεγάλες κι ανεξέλεγκτες κινητοποιήσεις.

20. Απέναντι σε αυτό η κυβέρνηση δείχνει να επιδιώκει δύο τρόπους για τη δική της «φυγή προς τα εμπρός». Από τη μια είναι η λύση του δημοψηφίσματος για τη Συνταγματική αναθεώρηση όπου θα προσπαθήσει να διαμορφώσει όρους συναίνεσης γύρω από ακόμη πιο αντιδραστικές τομές, να μετατοπίσει τη συζήτηση πέραν των ζητημάτων που άπτονται του Μνημονίου και του Μεσοπρόθεσμου και να πιέσει και τη ΝΔ να μπει σε λογική συσπείρωσης γύρω από μεταρρυθμίσεις τομής. Ως επιλογή αναλογεί επίσης σε μια κατεύθυνση μεταμοντέρνου βοναπαρτισμού όπου η δημοψηφισματική «έγκριση» θα δίνει το πράσινο φως για την κατάργηση δικαιωμάτων, την αυταρχική μετάλλαξη της «δημοκρατίας», την ακόμη μεγαλύτερη συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού. Ενέχει, όμως, για τους εμπνευστές της τον κίνδυνο να λειτουργήσει αντίστροφα, να αποτελέσει αφετηρία καταδίκης της κυβέρνηση και αποτυχίας του όλου εγχειρήματος. Σε αυτό το πλαίσιο, ο δεύτερος τρόπος φυγής προς τα εμπρός δείχνουν να είναι οι εκλογές. Η διαρκώς επανερχόμενη πρόταση να ψηφιστεί η δεύτερη δανειακή σύμβαση με αυξημένη πλειοψηφία, με δεδομένη και την άρνηση της ΝΔ να συναινέσει, παραπέμπει σε επιλογή προσφυγής στις κάλπες. Με βάση αυτά τα δεδομένα είναι πιθανό μέσα από έναν τέτοιο χειρισμό η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να πάει σε εκλογές μέσα στους επόμενους μήνες ως διέξοδο και απέναντι στην πίεση την οποία δέχεται από όλες τις πλευρές.

21. Από την άλλη, μέσα σε αυτή τη συνθήκη αστάθειας και πολιτικής κρίσης είναι προφανές ότι σε διάφορα κέντρα αναπτύσσονται σκέψεις και προβληματισμοί για το ποια μπορεί να είναι η απάντηση και μια εναλλακτική λύση. Εδώ μπορεί κανείς να δει και προτάσεις που ουσιαστικά αφορούν την άσκηση της ίδιας πολιτικής είτε με συναινετικό προφίλ και άφθαρτα πρόσωπα (όλο το φάσμα των παραλλαγών κυβερνήσεων εθνικής ενότητας ή «προσωπικοτήτων» ή «τεχνοκρατών»). Ο κίνδυνος είναι και τέτοιες προτάσεις να βρεθούν τελικά αντιμέτωπες με κρίση νομιμοποίησης. Υπάρχουν όμως και ενδεχόμενα αναδιάταξης με μερική τροποποίηση πολιτικής, σενάρια που κατά καιρούς επανέρχονται (ας θυμηθούμε την αγιοποίηση του… σερ Μαρκεζίνη), και τα οποία προσκρούουν στο ασφυκτικό πλαίσιο που θέτουν σήμερα το διεθνές περιβάλλον και η ευρωπαϊκή στρατηγική. Μια άλλη πτυχή αναδιάταξης του σκηνικού θα ήταν τυχόν απόπειρα διαμόρφωσης σχημάτων που να αναφέρονται και στο κίνημα αλλά όχι απαραίτητα από σκοπιά που να αντιστοιχεί στην Αριστερά. Εδώ όντως έχει ενδιαφέρον η όλη συζήτηση σε σχέση με τη Σπίθα ή άλλα κομμάτια που αναφέρονται σε μια γραμμή «πατριωτική» με την έννοια του αιτήματος για ισχυροποίηση ενός εθνικού κράτους, με έντονη αναδιανομή και υπεράσπιση στοιχείων εθνικής ταυτότητας. Στο βαθμό που μια τέτοια τοποθέτηση αντικειμενικά αγγίζει τις επιθυμίες και κομματιών που συμμετέχουν μέσα στο κίνημα και στις πλατείες και καθώς μέχρις στιγμή η Ακροδεξιά έχει επενδύσει περισσότερο σε ένα μείγμα νεοσυντηρητισμού και νεοφιλελευθερισμού, όντως υπάρχει χώρος για τέτοια σχήματα, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως μοχλοί αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού, έστω και εάν δεν είναι βέβαιο ότι θα εμφανιστούν τέτοια σχήματα. Μένει να δούμε, πέραν κινήσεων που μπορούν να γίνονται «από τα κάτω» (και μπορεί να είναι ακόμη άμαζες ή ακόμη και γραφικές) εάν θα υπάρξουν κέντρα εξουσίας, συγκροτήματα του Τύπου ή μερίδες της αστικής τάξης που θα στήριζαν μια τέτοια κατεύθυνση, εάν χώροι της οργανωμένης ακροδεξιάς (π.χ. το ΛΑΟΣ ή τμήματά του) θα έμπαιναν οπότε θα είχαμε μια άλλη κατεύθυνση. Σημειώνουμε εδώ ότι από διάφορες πλευρές, κύρια του εθνικοπατριωτικού τόξου διατυπώνεται η πρόταση για δημοψήφισμα, συντακτική εθνοσυνέλευση και νέο Σύνταγμα. Με ανάλογο τρόπο, αλλά σε συνδυασμό και με νεοφιλελευθερισμό και προτάσεις τύπου Βορίδη. Είναι προφανές ότι εάν η κρίση αντιπροσώπευσης βαθύνει και διάφορες προτάσεις θα ακούγονται και πειρασμός για ευρύτερες αναδιατάξεις και πειρασμοί για νέα σχήματα που θα κάλυπταν το κενό εκπροσώπησης υπάρχουν, πιθανώς και με στήριξη από αστικές μερίδες ή κέντρα εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση και όλα αυτά κάνουν ακόμη πιο επιτακτική μια πολιτική πρόταση της Αριστεράς, μια πρόταση εξόδου του τόπου από την κρίση, σε αντικαπιταλιστική και αντι-ΕΕ κατεύθυνση που να προσπαθεί να είναι όχι ένας επαναστατικός μηρυκασμός συνθημάτων αλλά μια μάχιμη αντιηγεμονική πρόταση που να πιάνει και την ανάγκη για ένα εναλλακτικό πρότυπο κοινωνικής ανάπτυξης και την ανάγκη για ανώτερη πραγματική δημοκρατία.

Οι εκδοχές επίλυσης της πολιτικής κρίσης

22. Με βάση τα δεδομένα σε σχέση με τον τρόπο επίλυσης της πολιτικής κρίσης σιγά-σιγά διαφαίνονται μια σειρά από εναλλακτικές κατευθύνσεις. Η κυρίαρχη αυτή τη στιγμή επιλογή των αστικών κέντρων είναι η συνέχιση αυτής της πολιτικής και η επιμονή σε μια μεταδημοκρατική και μεταηγεμονική συνθήκη που θα προσπερνά την κρίση νομιμοποίησης ή θα επιδιώκει να τη χειριστεί σε επίπεδο πολιτικής σκηνής και όχι πολιτικής στρατηγικής. Αυτή είναι η εκδοχή του σύγχρονου βοναπαρτισμού ή καισαρισμού που θεωρεί ότι μπορεί, έστω και χωρίς χαρισματικό «καίσαρα», το πολιτικό σύστημα να λειτουργεί ως εάν η κοινωνική διαπάλη δεν υπάρχει. Αυτή η κατεύθυνση υλοποιείται τώρα από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, θα υλοποιηθεί στην πραγματικότητα από τυχόν κυβέρνηση της ΝΔ εάν γίνουν πρόωρες εκλογές, θα είναι ο πυρήνας τυχόν κυβέρνησης εθνικής ενότητας μετά π.χ. από εκλογές χωρίς αυτοδυναμία ή ακόμη και μιας κυβέρνηση τεχνοκρατών. Με βάση τη διάταξη του πολιτικού σκηνικού και τα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής τάξης είναι μια πιθανή λύση. Είναι η επίσης η μόνη προτεραιότητα της ΕΕ και των άλλων διεθνών οργανισμών. Προϋποθέτει όμως να υποχωρήσουν οι κινητοποιήσεις και να υπάρξει έστω και σχετικά παθητικοποίηση και αποκαρδίωση των μαζών, ενώ είναι πολύ ευάλωτη απέναντι σε νέους κύκλους εργατικών και λαϊκών κινητοποιήσεων. Από την άλλη τυχόν όξυνση της πολιτικής κρίσης, είτε τώρα είτε αργότερα, σε κλίμακα και ένταση που να αποσταθεροποιεί ακόμη περισσότερο την κυρίαρχη στρατηγική είναι πιθανό να οδηγήσει σε εναλλακτική αστική λύση που να απομακρύνεται από την τρέχουσα οικονομική ορθοδοξία. Αυτή θα ήταν μια στρατηγική νέου «κοινωνικού συμβολαίου» και με σαφή τροποποίηση πλευρών των όρων ένταξης στην καπιταλιστική διεθνοποίηση (π.χ. ριζική αναδιαπραγμάτευση χρέους, συγκυριακή έξοδος από το ευρώ) αλλά και σαφή προσπάθεια διατήρησης της αστικής ηγεμονίας στην όλη διαδικασία. Το από πού θα μπορούσε να προκύψει ένα τέτοιο πολιτικό μόρφωμα ή μια τέτοια πολιτική φιγούρα (σχηματικά ο Έλληνας Κίρχνερ) είναι ανοιχτό ερώτημα: θα μπορούσε να είναι από το ΠΑΣΟΚ λόγω της ιστορικότητας του τελευταίου, θα μπορούσε να είναι μια «άφθαρτη φιγούρα» ή να προκύψει από διεργασίες άλλων χώρων; Η δυσκολία μιας τέτοιας κίνησης είναι ότι αφενός με κάθε τρόπο δεν μπορούν καν να τη διανοηθούν οι εκπρόσωποι της ΕΕ και του ΔΝΤ και αφετέρου ο μεγάλος βαθμός πρόσδεσης στην κυρίαρχη πολιτική στρατηγική του μεγαλύτερου μέρους του επίσημου πολιτικού προσωπικού. Η δυνατότητά της και ο λόγος που θα μπορούσαν και αστικές μερίδες να τη στηρίξουν ότι είναι η μόνη που θα μπορούσε να αποσπάσει ένα μέρος της συναίνεσης από την αγωνιζόμενη κοινωνία.

Φυσικά όλα αυτά βάζουν και μια πρόκληση για την Αριστερά. Απέναντι σε αυτά τα ενδεχόμενα μόνο η διαμόρφωση ενός ευρύτερου μετώπου κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε κατεύθυνση ρήξης και ανατροπής, που να βάζει το θέμα της εξουσίας από τη σκοπιά του κοινωνικού μετασχηματισμού και όχι της «διακυβέρνησης» θα μπορούσε να εξασφαλίσει ότι η πρωτοφανής κοινωνική δυναμική δεν θα οδηγήσει απλώς στην αναπροσαρμογή της αστικής στρατηγικής σε μια πιο φιλολαϊκή κατεύθυνση.

Η στάση της Αριστεράς

23. Η κοινοβουλευτική Αριστερά δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει μια τέτοια κλιμάκωση του πολιτικού και κοινωνικού ανταγωνισμού. Η στάση του ΣΥΝ κεντρικά μπορεί να είναι μια στάση υποστήριξης, αλλά αξίζει να δει κανείς τον τρόπο δυσκολεύεται να δει διαλεκτικά την πολιτική του τοποθέτηση που παραμένει στην επίκληση της «καλής ΕΕ» και τη βαθιά κοινοβουλευτική αντίληψη της πολιτικής που έχει, τον πυρήνα του αριστερού κυβερνητισμού. Στην καλύτερη των περιπτώσεων αντιλαμβάνεται εργαλειακά τη σχέση ανάμεσα σε δυναμική του κινήματος και πολιτική σκηνή. Ακόμη και η πρόταση για νέο «συνασπισμό εξουσίας» μέσα από την Αριστερά, δεν μπορεί να αποτυπώσει τη δυναμική της κοινωνικής αντιπαράθεσης και παραπέμπει σε μια λογική «διακυβέρνησης» και προοπτικά συνδιαχείρισης. Είναι σαφές ότι η ηγετική ομάδα του ΣΥΝ έχει ατζέντα πολιτική και προγραμματική. Στηρίζει το κίνημα αλλά δεν θέλει να αποκτήσει παραπάνω προγραμματικό λόγο από ένα γενικόλογο όχι στα μέτρα. Ουσιαστικά αναπαράγει τη χειρότερη εκδοχή αβαγκαρντισμού: ο πολιτικός και προγραμματικός λόγος ανήκει μόνο στο κόμμα που θα καλέσει σε «συνασπισμό εξουσίας».Επιπλέον, αυτή η γενικολογία αντιστοιχεί και στον πυρήνα της τοποθέτησης του ΣΥΝ σήμερα, που υποτιμά το θέμα του χρέους, προκρίνοντας μια γενικόλογη τοποθέτηση να φορολογηθεί το κεφάλαιο αλλά και αρνείται να δει οποιαδήποτε θέση ρήξης με την ευρωζώνη και την ΕΕ. Το Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΝ, τουλάχιστον σε επίπεδο ηγεσίας από τη μια διατυπώνει και ορθά την ανάγκη για μια αλλαγή του τοπίου στην Αριστερά και μια υπέρβαση του υπαρκτού κυβερνητισμού αλλά και του επαναστατικού βερμπαλισμού και μιλά, τολμηρά για μια νέα επαναστατική τομή, και παρότι μέλη του έχουν ρητές τοποθετήσεις για έξοδο από το ευρώ ταυτόχρονα διατυπώνει και πάλι την υπέρβαση με όρους απλής αθροιστικές συμπαράταξης με υποτίμηση όλων των αναγκαίων προγραμματικών όρων.

24. Είναι αλήθεια ότι άλλες τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ είχαν εξαρχής τοποθέτηση εξαρχής υπέρ των κινητοποιήσεων και ενεργό στράτευση στις διαδικασίες του. Όμως, υποτιμούν το στοιχείο της πολιτικοποίησής του, επιμένοντας σε ένα γενικόλογο αντισυστημικό και αντικυβερνητικό λόγο και οριακά δίνοντας μια εντύπωση «υπόκλισης στο αυθόρμητο». Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τη στάση της ΚΟΕ, η οποία ιδίως αρχικά με τρόπο «μονοθεματικό» σχεδόν επικεντρώθηκε στις πλατείες, αποδέχεται χωρίς δεύτερη κουβέντα όλα τα «αντιπολιτικά» αντανακλαστικά του πλήθους, και αντί να μετασχηματίσει δημιουργικά το λόγο και την αυτοσυνείδηση του κινήματος τον αναπαράγει μηχανιστικά. Επιπλέον, αναπαρήγαγε την απόλυτη ταύτιση κοινωνικού και πολιτικού κινήματος και δεν διστάζει να χαϊδέψει ακόμη και αντιπολιτικά αντανακλαστικά. Με αυτή την έννοια, έχει ενδιαφέρον ότι σε τελευταίες τοποθετήσεις της ΚΟΕ άρχισαν δειλά να θέτουν στοιχεία και προγραμματικής κατεύθυνσης με έμφαση στο θέμα του χρέους και του ευρώ. Άλλωστε, αυτήη γενικολογία και η υποτίμηση των αναγκαίων προγραμματικών στοιχείων και πολιτικών στοιχείων που πρέπει να έχει σήμερα μια κατεύθυνση αριστερού μετώπου σφραγίζει και τις δημόσιες τοποθέτησης του «Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής» ακόμη κι όταν αυτές προσπαθούν να αναμετρηθούν με τα νέα στοιχεία που αναδεικνύουν οι «πλατείες» (π.χ. τις «Δέκα Σκέψεις»). Δεν είναι τυχαίο ότι διαρκώς ανακυκλώνονται λογικές γενικής ενότητας γύρω από μίνιμουμ πλαίσια ή ότι επανέρχονται οι σκέψεις για «επανεκκίνηση» του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τα παραπάνω από εμφανή αδιέξοδα του εγχειρήματος. Σε κάθε περίπτωση το βασικό πρόβλημα που υπάρχει με το «Μέτωπο» αλλά και άλλα κομμάτια στο χώρο του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ που διαφοροποιούνται από τον ευρωπαϊσμό και τον κυβερνητισμό είναι η ατολμία τους να προχωρήσουν σε κρίσιμες πολιτικές τομές προς τα Αριστερά και να συναντηθούν με το χώρο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, συνάντηση που θα άλλαζε συνολικότερα τους συσχετισμούς στην Αριστερά.

Την ίδια ώρα, η Πορτογαλία χτυπάει καμπανάκι για όλες τις παραλλαγές του ευρωρεφορμισμου: χωρίς πολιτική ρήξης και ανατροπής, μόνο με επικλήσεις ενότητας και συνεργασίας, με αποδοχή του ευρώ και της ΟΝΕ, με λογική διακυβέρνησης η Αριστερά ΔΕΝ μπορεί να έχει ηγεμονική απεύθυνση. Είναι η καλύτερη - δυστυχώς... - απόδειξη ότι σήμερα τόσο η απλή επίκληση της ενότητας "για να γίνουμε κυβέρνηση" όσο και η συμπόρευση αντικειμενικά με κρίσιμες αστικές επιλογές οδηγεί τελικά σε ήττα και στέλνει τις λαϊκές δυνάμεις στην αγκαλιά των αστών

25. Το ΚΚΕ παραμένει εγκλωβισμένο στη θεμελιώδη ηττοπάθειά του, δηλαδή την εκτίμηση ότι δεν μπορούν να αλλάξουν οι συσχετισμοί και την αντίληψή του ότι το πρόβλημα στην ιστορία του κόμματος ήταν ο οππορτουνισμός και ότι δεν γίνονταν έγκαιρα οι εκκαθαρίσεις. Αυτό οδηγεί και στην αντίληψη του κινήματος ως κομματικής παρέλασης. Επιπλέον, με την τοποθέτησή του ότι είναι «καταστροφή» η έξοδος από το ευρώ, έδειξε ότι είναι βαθιά ενδοσυστημική δύναμη. Καθεστωτική δεν είναι μόνο η Αριστερά που ψήφιζε το Μάαστριχτ. Είναι και η Αριστερά που λέει "καταστροφή να φύγουμε από το ευρώ ". Πάνω σε αυτό πρέπει να ανοίξει πολιτικό και ιδεολογικό μέτωπο από τη μεριά μας. Ο συνδυασμός λανθασμένης κεντρικής γραμμής και λανθασμένης κινηματικής τοποθέτησης αναδεικνύει τα όρια της κίνησης του ΚΚΕ, σε μια περίοδο που είναι ανοιχτή η συζήτηση στο εσωτερικό του, πρέπει και εμείς να παρέμβουμε και κεντρικά και μέσα στο μαζικό κίνημα. Επιπλέον, η αμήχανη αντιμετώπιση του κινήματος των πλατειών, με τις διαρκείς αναφορές στον αναποτελεσματικό ή και απολίτικο χαρακτήρα του συμπυκνώνει τον κεντρικό κόμβο της εκτίμησης του ΚΚΕ ότι σήμερα δεν μπορεί να ανατραπεί η κυρίαρχη πολιτική.Από την άλλη αντιμέτωπο με το γεγονός ότι μεγάλο μέρος και του δικού του εκλογικού ακροατηρίου συμπεριλαμβανομένων και κομματικών μελών συμμετέχει ή παρακολουθεί τις κινητοποιήσεις προσπάθησε να κάνει διάφορους χειρισμούς για να φανεί ότι συμβάλει στο κίνημα, αλλά η ουσία παραμένει ότι σε κρίσιμες στιγμές ήταν απόν από το κίνημα, με κορυφαία τη στάση του στις 29/06 όταν την ώρα που χιλιάδες διαδηλωτές έδιναν μια μεγάλη μάχη και υπερασπίζονταν το δικαίωμα στον αγώνα, η ηγεσία του ΚΚΕ επέλεγε να περιχαρακώσει τον κόσμο του στα κομματικά μπλοκ και να τον κρατήσει μακριά από το Σύνταγμα. Πίσω από τη μεγαλοστομία, ο συντηρητισμός και η ηττοπάθεια. Ούτε είναι τυχαίο ότι συντονίζεται με το ΠΑΣΟΚ στην καταδίκη των επιθέσεων ενάντια σε βουλευτές. Εάν το ΚΚΕ κέρδιζε γιατί έδινε εικόνα διεξόδου από τα όρια των κινημάτων και την αντιφατικότητα της υπόλοιπης αριστεράς, η απόστασή του από ένα κίνημα που αποτελεί τομή και που εμπνέει το λαό, οξύνει τις αντιφάσεις και τα προβλήματα στο να διατηρήσει την επιρροή του. Η τρέχουσα πολιτική του ΚΚΕ είναι όχι μόνο εσφαλμένη αλλά και επικίνδυνη, αφού δεν στρατεύεται στο λαϊκό ξεσηκωμό αλλά στην πραγματικότητα εύχεται την ήττα του για να μπορέσει να επιστρέψει στην οικεία πολιτική του κομματικού ιδρυματισμού και των κομματικών παρελάσεων. Εάν αναλογιστούμε ότι έστω και με το δικό του τρόπο το ΚΚΕ είχε συμμετοχή στα μεγαλύτερα κινήματα στην πρόσφατη ιστορία (αγρότες, νεολαία, εργατικά) το ότι τώρα δεν συμμετέχει κεντρικά σε έναν από τους μεγαλύτερους ξεσηκωμούς του λαού αποτελεί μια πολύ σημαντική πολιτική υποχώρηση. Γι’ αυτό το λόγο και είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει η πιο συστηματική προσπάθεια για την όξυνση αυτών των αντιθέσεων και μια προσπάθεια δυναμικό του να αποσπαστεί προς τα Αριστερά. Δεν είναι τυχαίο ότι για πρώτη φορά μετά από καιρό σε τέτοια κλίμακα ανοίγει συζήτηση στο εσωτερικό του, τμήματα της οποίας φτάνουν και προς τα έξω. Ωστόσο, για να μπορέσουν αυτές οι συζητήσεις να μετατραπούν σε ρήξεις μέσα στο ΚΚΕ και στην απελευθέρωση δυναμικού προς τα Αριστερά χρειάζεται να οξυνθεί και όχι να υποσταλεί η πολεμική προς το ΚΚΕ. Επιπλέον, πρέπει να γίνει σαφές ότι ο κόσμος που διαφοροποιείται μέσα στο ΚΚΕ διαφοροποιείται πρωτίστως από τον πυρήνα του σεχταρισμού και του συντηρητισμού και άρα η απεύθυνση προς αυτόν πρέπει να είναι από μια οπτική ταυτόχρονα αντικαπιταλιστική αλλά και ενωτική και όχι με την αναπαραγωγή ενός «αντικαπιταλιστικού σεχταρισμού».

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι στην εξέγερση

26. Ο χώρος της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε μια αρχικά αντιφατική ή / και δύσπιστη τοποθέτηση. Σε αυτό έπαιζε αρχικά μεγάλο ρόλο η αναπαραγωγή πολύ παραδοσιακών αντανακλαστικών που έβλεπαν το κίνημα ως «απολίτικο» ή ένας εργατισμός που θεωρεί ότι μόνη μορφή κινητοποίησης είναι αυτή που την αποφασίζουν εργατικές ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες. Αυτό αποτυπώθηκε και στην απόσταση που κράτησαν ιδίως σε ορισμένες επαρχιακές πόλεις αρχικά αρκετοί σ. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από μια οπτική μάλλον αριστερίστικης κριτικής. Ειδικά για τους σ. του ΣΕΚ η αρχική επιφύλαξη αποτύπωνε και την στρατηγική τους αναφορά στον ιδεότυπο της «Γενικής Απεργίας» ως της μόνης μορφής που επιτρέπεται να πάρει μια λαϊκή εξέγερση. Απέναντι σε αυτό ιδιαίτερη σημασία έχει ότι από ένα σημείο και μετά η κατεύθυνση αυτή διορθώθηκε και υπήρξε μαζική συμμετοχή και στήριξη των κινητοποιήσεων από όλες τις τάσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτό φάνηκε και στον τρόπο με τον οποίο στηρίχτηκε η εργατική πλευρά των κινητοποιήσεων και κυρίως η πρωτοβουλία «Δεν χρωστάμε – δεν πουλάμε – δεν πληρώνουμε». Όμως, σε κρίσιμες στιγμές κανείς είχε την εντύπωση ότι στήριζαν οι οργανώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όχι όμως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως πολιτικό κέντρο. Πάνω από όλα υπήρξε έλλειμμα εκείνου του δημόσιου λόγου που θα σηματοδοτούσε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κεντρικά και αποφασιστικά στηρίζει τις κινητοποιήσεις στις πλατείες και αγκαλιάζει ολόψυχα το λαϊκό ξεσηκωμό.Η στροφή που έγινε από μια στιγμή και μετά δεν αναιρεί τα προβλήματα που είχαμε είτε με την απουσία μιας συντονισμένης παρουσίας που θα μπορούσε να χρωμάτισει καλύτερα την όλη κινητοποίηση, είτε με τον τρόπο που η ΑΡΑΣ προσπάθησε να «πολιτικοποιήσει» δια της επιβολής «πλατφόρμας» τις συνελεύσεις. Από την άλλη, εκεί όπου μπορούσαμε να έχουμε καλύτερη και πιο συστηματική παρουσία και παρέμβαση και το λόγο της Αριστεράς κατοχυρώσαμε στις συνελεύσεις και βήματα στην άρθρωση ενός πιο συγκεκριμένου λόγου. Το παράδειγμα της «θεματικής οικονομίας» και του πώς κατοχυρώθηκε το αίτημα της διαγραφής του χρέους πριν αυτό έρθει ως ψήφισμα, είναι πολύ χαρακτηριστικό. Από εκεί και πέρα ομολογουμένως μέσα στην όλη εξέλιξη του κινήματος η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στήριξε ενεργά σε όλη την Ελλάδα τις κινητοποιήσεις, εντούτοις έλλειψε εκείνος ο λόγος που να μπορεί να δώσει προοπτική πέραν της προβολής των αναγκαίων αιτημάτων και της θέσης της κλιμάκωσης των αγώνων. Αυτό σχετίζεται με τη συνολικότερη δυστοκία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να μπορεί να έχει σήμερα ένα λόγο που να δίνει προοπτική πέρα από την αυτοαναφορά, που να μπαίνει σφήνα στη συζήτηση της Αριστεράς, που να βάζει ανοιχτά την πρόταση για το Αριστερό Μέτωπο σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση ως τη μόνη δυνατότητα να αποτυπωθεί σε μάχιμη πολιτική κατεύθυνση η τεράστια πολιτική και κοινωνική δυναμική που ήρθε στο προσκήνιο.

Από την άλλη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τροποποιείς ή μετασχηματίζεις ή «καθοδηγείς» ένα κίνημα μόνο όταν είσαι μέσα σε αυτό ενεργός, όταν γίνεσαι κομμάτι του, όταν αναλαμβάνεις μερίδιο της συλλογικής ευθύνης, όταν σέβεσαι τη δική του δημοκρατία, όταν προσπαθείς να το πολιτικοποιήσεις σεβόμενος τη σχετική αυτονομία του. Η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική μπορεί να συμπαρασύρει και την Αριστερά, αλλά αυτή έχει το όπλο της αγωνιστικότητας, της συλλογικότητας και τη δύναμη των απόψεών της, αυτές μπορούν να κερδίσουν, μπορούν να κερδίσουν μέσα σε δημοκρατικές διαδικασίες συλλογικής συζήτησης. Αρκεί να φαίνεται ότι καταθέτουμε αγωνία και μεράκι και όχι αφ’ υψηλού καθοδήγηση. Μπροστά μας είναι το μεγαλύτερο πείραμα άμεσης δημοκρατίας, και αυτοοργάνωσης των τελευταίων χρόνων. Ως Αριστερά αντικαπιταλιστική είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσαμε να φανταστούμε, ιδίως όταν συνυπάρχει με την κινητοποίηση και την διαδήλωση και όταν εμπλέκονται και άνθρωποι χωρίς πολιτικοποίηση. Η δυσκολία δεν είναι η δυσκολία της διαδικασίας, είναι συμπυκνωμένη η πραγματική δυσκολία που συναντάμε και αλλού,η συσσωρευμένη δυσπιστία. Η ευκολία είναι ότι ο κόσμος αισθάνεται για πρώτη φορά ότι μπορεί να συζητήσει συνολικά πολιτικά σχέδια ανατροπής και αλλαγής, να ακούσει και ενστερνιστεί απόψεις ότι μπορεί να τα οργανώσει αλλιώς. Και επιπλέον, το «μέσο είναι το μήνυμα» και στο δρόμο είναι και συζητά άρα ντε φάκτο σπάει η συνθήκη υποταγής και εξατομίκευσης. Ας μην ξεχνάμε η εργατική αντιηγεμονία ή οι μορφές εργατικής ή λαϊκής εξουσίας και αυτοοργάνωσης δεν είναι και δεν πρέπει να είναι «εγκεφαλική» κατασκευή. Οφείλει να πατάει πάνω σε μορφές και εμπειρίες συλλογικές υπαρκτές. Η παρέμβασή μας για την πολιτικοποίηση πρέπει να είναι «εμμενής» προς το κίνημα και τα χαρακτηριστικά, τα όρια και τις δυναμικές του, και όχι εξωτερική ή αντιθετική. Πάνω από όλα να μην υποτιμάμε ότι και στο κέντρο και στην επαρχία το κίνημα αυτό είναι και ένα τεράστιο αίτημα συλλογικότητας, η διάθεση δηλ. «να κάνουμε πράγματα μαζί». Η απλή εξωτερική εκφορά ενός λόγου δεν αρκεί ή φαντάζει και «αλλότρια» προς τη δυναμική του κινήματος. Αντίθετα, ο σεβασμός στην έστω και επίπονη δημοκρατία και τις κοινές πρακτικές, επιτρέπει να μπορείς να μιλήσεις και πιο πολιτικά και να ακουστείς.

27. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε σήμερα ποιες αντιθέσεις διαπερνούν το χώρο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

-Ο χώρος του ΣΕΚ παραμένει εγκλωβισμένος στο σχήμα ότι η αντικαπιταλιστική αριστερά δεν μπορεί να διευρυνθεί με άλλες δυνάμεις και ότι άρα μένουμε μόνο στη γεωμετρία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (με το ίδιο να διεκδικεί το ρόλο της πρωτοπόρας επαναστατικής οργάνωσης). Γι’ αυτό και αντιτίθεται σε κάθε σκέψη η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να έχει μετωπική πρόταση σήμερα και προκρίνει απλώς ένα στόχο «δυνατής αντικαπιταλιστικής αριστεράς»¨, βάζοντας βέτο στη συγγραφή των θέσεων σε άλλες αναφορές. Επίσης, η τακτική σφραγίζεταικ από έναν εργατισμό που δυσκολεύεται να κατανοήσει τη δυναμική κινημάτων πιο σύνθετων, όπως είναι το τωρινό ή πιο πριν τα κινήματα ανυπακοής. Επιμένει να διατηρεί την πλήρη διάταξη των δικών του «μετωπικών» σχημάτων (Συμμαχία, ΚΕΕΡΦΑ, Επιτροπή Συνδικαλιστών) υπονομεύοντας τη δυνατότητα συγκρότησης ανάλογων πρωτοβουλιών σε επίπεδο ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Τέλος, ως προς τη δημοκρατία στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ η πρότασή του για ανάδειξη μέσω ψηφοδελτίων αδυνατεί να κατανοήσει τη δυναμική της δημοκρατίας και της ενότητας μέσα σε ένα μετωπικό σχήμα.

-Ο χώρος του ΝΑΡ παρότι σε διάφορα επίπεδα τοποθετείται θετικά για την ανάγκη μεγαλύτερης απεύθυνσης στη συνολική συζήτηση της Αριστεράς, εντούτοις κάνει το λάθος να μεταφέρει τη μετωπική πολιτική στο επίπεδο της «κοινής δράσης» μέσα στο κίνημα (την οποία τη «φορτώνει» με στοιχεία πολιτικοποίησης που δεν της αναλογούν) και την ίδια στιγμή περιορίζει την μετωπική κατεύθυνση σε μια λογική μετώπου αντικαπιταλιστικών και επαναστατικών δυνάμεων που δεν απέχει πολύ από τη σημερινή κατάσταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

-Άλλοι χώροι, όπως π.χ. η Κομμ. Ανανέωση αλλά και η ΟΚΔΕ σε ορισμένες περιπτώσεις δείχνουν να έχουν μια πιο μάχιμη κατεύθυνση

-Το σχέδιο Θέσεων για τη συνδιάσκεψη, παρά τα μεγάλα προχωρήματα που έχουν γίνει να είναι τελικά μετέωρο ως προς την προοπτική που δίνει πέραν της αυτονόητης ανάγκης καλύτερης συγκρότησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της αναβάθμισης της πολιτικοποίησής της.

Και αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό εάν αναλογιστούμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν το μόνο ρεύμα της Αριστεράς που με τέτοια συστηματικότητα επέμεινε στη δυνατότητα μεγάλων και νικηφόρων κινημάτων και εξ αρχής αγκάλιασε τα κρίσιμα αιτήματα που αφορούσαν τη διαγραφή του χρέους και τη ρήξη με το ευρώ και την ευρωζώνη.

Τα κρίσιμα ερωτήματα για το από εδώ και πέρα

28. Η ψήφιση του μεσοπρόθεσμου και το γεγονός ότι πλησιάζουμε τα μέσα Ιούλη αντικειμενικά φέρνει το κίνημα αντιμέτωπο με μια καμπή σημαντική. Ένας κύκλος κινητοποιήσεων κλείνει αλλά ταυτόχρονα ανοίγουν οι προκλήσεις για τη συνέχισή του. Η συγκυρία αυτή βάζει προκλήσεις και στο κινηματικό και στο πολιτικό επίπεδο. Σε ό,τι αφορά το επίπεδο του κινήματος είναι σαφές ότι μπροστά μας έχουμε και νέα μέτωπα γύρω από τα οποία θα πρέπει να διαμορφωθούν οι πιο πλατιές συμμαχίες. Ας μην ξεχνάμε ότι εξακολουθούμε να βρισκόμαστε εντός ενός «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου».

- Η εφαρμογή των μέτρων του μεσοπρόθεσμου ξεκινώντας από τις νέες απαιτήσεις είσπραξης φόρων θα δημιουργήσουν αντικειμενικά νέο κύμα δυσαρέσκειας και θα τροφοδοτήσουν κινητοποιήσεις. Εδώ θα πρέπει να εξετάσουμε και τι μορφές μπορεί να πάρει ένα κύμα ανυπακοής αλλά και με ποιες κινητοποιήσεις θα μετατρέψουμε την αντίδραση στη φορομπηξία σε μαζικό κίνημα.

-Οι απολύσεις στο Δημόσιο και σε διάφορους φορείς θα ανοίξουν ένα μεγάλο μέτωπο, γύρω από το οποίο θα μπορεί να διατηρείται κλίμα αναταραχής.

- Τα σχέδια ιδιωτικοποίησης, συγχώνευσης και κατάργησης φορέων θα γεννούν συνέχεια και νέα πεδία αντιπαράθεσης και κινηματικής δράσης και θα φέρνουν στο προσκήνιο κομμάτια αγωνιστικά. Επιπλέον, θα ανοίξει και η συνολικότερη αντιπαράθεση γύρω από την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας.

- Το νομοσχέδιο έκτρωμα για την ανώτατη εκπαίδευση, η πλήρης εμπέδωση της παιδείας της αγοράς, του αυταρχισμού, της κατάργησης της δωρεάν εκπαίδευσης και της διάλυσης των πτυχίων και των εργασιακών δικαιωμάτων είναι η πρώτη μεγάλη νέα πρόκληση. Είναι σαφές ότι διακυβεύεται η ίδια η έννοια της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης ως κοινωνικού αγαθού. Γύρω από αυτό χρειάζεται και να φτιαχτεί η πιο πλατιά κοινωνική συμμαχία, με βάση και την εμπειρία που είχαμε και από τη μάχη για το άρθρο 16, με άνοιγμα στην κοινωνία, στην υπόλοιπη εκπαίδευση, στους ίδιους τους εργαζομένους. Χρειάζεται, όμως, να μπει και σαφής κατεύθυνση κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων. Απέναντι στο χειρισμό της κυβέρνησης να το ψηφίσει καλοκαίρι πρέπει από τώρα να προετοιμάζονται οι όροι για καθολικό μπλακ άουτ σε όλες τις Σχολές το καλοκαίρι, με απεργία διαρκείας των διδασκόντων και με καταλήψεις διαρκείας σε τέτοια κλίμακα και τέτοια διάρκεια που να υποχρεώσουν την κυβέρνηση σε απόσυρση του νομοσχεδίου. Μόνο μια τέτοια κατεύθυνση που κυρίως στοχεύει στην αγωνιστική κλιμάκωση μπορεί νααξιοποιήσει και άλλες μορφές θεσμικού «ανταρτοπόλεμου» (π.χ. ομαδικές παραιτήσεις οργάνων κ.λπ.)

-Οι συγχωνεύσεις νοσοκομείων και η μείωση της πρόσβασης σε περίθαλψη είναι επίσης ένα μέτωπο, γύρω από το οποίο μπορεί να υπάρξει ευρύτερη συσπείρωση κοινωνικών δυνάμεων.

- Το αίτημα της αλληλεγγύης θα έρθει επίσης στο προσκήνιο, εάν αναλογιστούμε ότι μπροστά μας έχουμε και έναν από τους πιο δύσκολους χειμώνες ως προς τις κοινωνικές συνθήκες.

Άρα πρώτος στόχος για όλο το επόμενο διάστημα είναι να επιμείνουμε στην κατεύθυνση κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων και στο άνοιγμα με τους πιο μαζικούς όρους όλων των μετώπων.

Ταυτόχρονα, οι «πλατείες» διαμόρφωσαν ένα δίκτυο και μια υποδομή συντονισμού, αυτοοργάνωσης, δημόσιας συζήτησης και ενημέρωσης που πρέπει να διατηρηθεί και να βαθύνει και το επόμενο διάστημα και με την προοπτική από το Σεπτέμβρη να μπει σε νέες βάσεις. Με καλύτερη γείωση στις γειτονιές και τις εκεί λαϊκές συνελεύσεις. Με έμφαση και στη συνάντηση και το συντονισμό με τα άλλα κοινωνικά κινήματα και τις συλλογικές μορφές οργάνωσής τους. Με προσπάθεια να συνεχιστεί η προσπάθεια πολιτικοποίησης και με κεκτημένο τα αιτήματα και τους στόχους που μέχρι τώρα αναδείχτηκαν. Με κάλεσμα ξανά για συνέχιση των κινητοποιήσεων. Με συνέχιση των παρεμβάσεων αποδοκιμασίας των εκπροσώπων της κυβερνητικής πολιτικής. Άρα δεύτερος στόχος μας για των περίοδο είναι η συνάντηση των κινημάτων και των αγώνων που συμπυκνώθηκε στις «πλατείες» να συνεχιστεί, να αποκτήσει καλύτερη και βαθύτερη γείωση στους χώρους και τις γειτονιές, να παραμείνει σημείο αναφοράς, να βαθύνει την πολιτικοποίησή του.

Όμως, όλα αυτά απαιτούν και τομές και στο πολιτικό επίπεδο, όπου και συμπυκνώνονται όλες οι αντιφάσεις. Και αυτό σημαίνει ότι από το πώς θα διαμορφωθεί το πολιτικό τοπίοειδικά της Αριστεράς, θα σφραγιστεί και η δυναμική του κινήματος. Και αυτή για εμάς είναι η πρόκληση του Αριστερού μετώπου σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση. Άρα, ο τρίτος βασικός στόχος μας είναι σήμερα να πάρουμε όλες εκείνες τις αναγκαίες πολιτικές πρωτοβουλίες που θα συμβάλουν στην πολιτική συμπύκνωση σε ανατρεπτική κατεύθυνση των πρωτόγνωρων κοινωνικών δυναμικών που βγήκαν στο προσκήνιο

Η επικαιρότητα της κατεύθυνση για το αριστερό μέτωπο σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση.

29. Είναι σαφές ότι γεγονότα τέτοιας κλίμακας αντικειμενικά βάζουν τεράστιες προκλήσεις για την Αριστερά. Είναι σαφές ότι έχουμε μπει σε ένα νέο ιστορικό κύκλο όπου η πιθανότητα εξεγερσιακών γεγονότων είναι πραγματική, όπου ο λαϊκός παράγοντας μπορεί να κάνει καταλυτικές παρεμβάσεις, όπου πλευρές της αστικής ηγεμονίας αποσταθεροποιούνται. Παρότι προφανώς και δεν βρισκόμαστε σε επαναστατική κατάσταση εντούτοις είναι σαφές ότι τα πολιτικά διακυβεύματα είναι μεγάλα και είναι ανάγκη να αναμετρηθούμε με ερωτήματα που αφορούν και την πολιτική συγκρότηση και πλευρές μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Από εκεί και πέρα η ίδια η δυναμική των συζητήσεων που αναπτύσσονται διαμορφώνει και εν δυνάμει νέα πολιτικοποίηση, ως προς το πώς πλευρές μιας επαναστατικής στρατηγικής μπορούν να αγγίξουν ένα ευρύτερο δυναμικό. Η ίδια δυναμική της κινητοποίησης, στον ιστορικά πρωτότυπο συνδυασμό της με την μαζική συλλογική συζήτηση και την αναζήτηση εναλλακτικών απαντήσεων στη σύγχρονη καπιταλιστική βαρβαρότητα, διαμορφώνει και το καταλληλότερο έδαφος ώστε πλευρές ενός σύγχρονου αριστερού προγράμματος πάλης να γίνουν κτήμα πολύ ευρύτερων μαζών.

Σε πείσμα όλων των παραλλαγών του αυθορμητισμού εμείς πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι η πολιτική διαμεσολάβηση δεν σταματά ποτέ, όσο εκτεταμένη και εάν είναι μια εξέγερση. Μια κοινωνική δυναμική δεν περνάει ποτέ αδιαμεσολάβητα στο πολιτικό επίπεδο. Από την άλλη, η πολιτική εκπροσώπηση δεν είναι ποτέ αυτονόητη ή αυτόματη, αλλά πάντοτε διακυβευόμενη. Το εάν η Αριστερά, στη μία ή την άλλη εκδοχή ή γεωμετρία, μπορεί να αντιστοιχεί και να εκπροσωπεί μια κοινωνική δυναμική ή μια εξέγερση κρίνεται στην πράξη, μέσα στον ίδιο τον αγώνα. Αυτή είναι η αναπόδραστη σημασία της πολιτικής διαμεσολάβης και εκπροσώπησης ή της αντικειμενικής διαλεκτικής πρωτοπορίας και μάζας και δεν μπορούμε να την υπερβούμε. Με αυτή την έννοια η υπόθεση της ανασύνθεσης της αριστεράς των νικηφόρων εξεγέρσεων είναι ζητούμενο και πρόκληση, αλλά όχι δεδομένο. Όμως, χρειαζόμαστε μια πιο σαφή αντίληψη για το ποια πρέπει να είναι η "πολιτική εκπροσώπηση" πέραν γραμμικών μανιχαϊστικών αντιλήψεων του τύπου "είτε το ξέρετε είτε όχι κατά βάθος είστε ΑΝΤΑΡΣΥΑ» είτε και του τύπου εδώ είναι η εξέγερση άρα εδώ και το πολιτικό υποκείμενο. Μια νέα διαλεκτική του "από πάνω" και του "από κάτω" για την αριστερή στρατηγική είναι παραπάνω από αναγκαία και μια νέα επεξεργασία της διαλεκτικής κοινωνικού και πολιτικού μετώπου επίσης.

30. Εμείς λέμε ότι απέναντι στην ανοιχτή πολιτική κρίση, απέναντι στην επιστροφή στοιχείων μαζικής λαϊκής ριζοσπαστικής πολιτικοποίησης, απέναντι στη συγκρότηση στο δρόμο μιας εν δυνάμει αντικαπιταλιστικής λαϊκής συμμαχίας, του κοινωνικού δηλαδή υποκειμένου του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού, η Αριστερά καλείται να σφυρηλατήσει ένα νέο ιστορικό μπλοκ με ορίζοντα την εργατική ηγεμονία:

·Αναλαμβάνοντας την ευθύνη να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη του «έθνους των εργαζομένων», μιλώντας για το πώς μπορούν πραγματικά τα πράγματα να πάνε διαφορετικά σε αυτό τον τόπο, εκπροσωπώντας όχι μόνο το παραδοσιακό της ακροατήριο αλλά κι όλο αυτόν τον κόσμο που αποδεσμεύεται από το πολιτικό σκηνικό, ξανασυλλαβίζει την αλφαβήτα της συλλογικής δράσης, αρνείται την κατάλυση κάθε έννοιας εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, αναζητά ένα νέο συλλογικό όραμα.

·Αναδεικνύοντας τις βασικές πλευρές ενός προγράμματος εργατικής απάντησης στην κρίση με ορίζοντα το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας: παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, έξοδος από το ευρώ και αποδέσμευση από την ΕΕ, εθνικοποίηση τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων, ριζική αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος της εργασίας, επανακατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας. Γιατί μόνο η ρήξη με το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό μπορεί να οδηγήσει στην αξιοποίηση των συλλογικών παραγωγικών δυνατοτήτων του τόπου και σε μια πραγματική ευημερία.

·Επικεντρώνοντας στο θέμα της εξουσίας, όχι με κοινοβουλευτικές αυταπάτες ούτε με φαντασιώσεις «αριστερής διακυβέρνησης»,αλλά με κατεύθυνση που να μετασχηματίζει τη σημερινή «από τα κάτω» λαϊκή αντιπολίτευση σε κίνημα ρήξης και ανατροπής και να προεκτείνει και να διευρύνει τις μορφές λαϊκής αυτοοργάνωσης και δημοκρατίας του αγώνα που η ίδια η επινοητικότητα των μαζών αναδεικνύει.

·Τολμώντας να προχωρήσει στο ιστορικά αναγκαίο σήμερα Αριστερό Μέτωπο σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση, εκείνη δηλαδή την εκδοχή πολιτικής συγκρότησης της Αριστεράς σε όλα τα επίπεδα, που μπορεί να συμπυκνώσει και να ενισχύσει τη ριζοσπαστική δυναμική του λαϊκού ξεσηκωμού, να διαμορφώσει υλικούς όρους για μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, να ανοίξει το δρόμο για το Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.

Το να υπάρξει σήμερα μια άλλη κατάσταση στην Αριστερά, μια τομή στη συσπείρωση δυνάμεων αλλά και τη ριζοσπαστική προγραμματική συγκρότηση, μαζί με την κλιμάκωση του ξεσηκωμού, είναι και ο μόνος δρόμος ώστε αυτή η πρωτόγνωρη δυναμική να πάρει νικηφόρα κατεύθυνση και να μην μπορεί να εγκλωβιστεί στα όποια σχέδια «νέων κοινωνικών συμβολαίων» μπορεί να εμφανιστούν το επόμενο διάστημα.

31. Στη σημερινή συγκυρία αυτά βάζουν μερικές σημαντικές απαιτήσεις:

-Η λαϊκή ενότητα που μπορεί να αποτυπώνεται στο δρόμο θα πρέπει να μπορεί να αποκρυσταλλωθεί και σε ανάλογες πρακτικές. Η παγίωση επομένως πρακτικών αλληλεγγύης, τοπικής συγκρότησης, συντονισμού, αντιπληροφόρησης σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο μπορεί να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση. Μαζί και με τις μορφές που έχουμε ήδη, από τα οργανωμένα κοινωνικά κινήματα και κύρια το εργατικό, αυτοί οι θεσμοί μπορούν να βοηθήσουν στο να έχει υλική μορφή η διαμόρφωση αυτής της εν δυνάμει αντικαπιταλιστικής λαϊκής συμμαχίας.

-Όμως, η διαμόρφωση ενός εν δυνάμει «ιστορικού μπλοκ» δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στους θεσμούς αυτοοργάνωσης και συντονισμού. Ένα ιστορικό μπλοκ απαιτεί και την αυτοτελή του έκφραση στο πολιτικό επίπεδο, εκεί είναι που ολοκληρώνεται η διαδικασία όπου μια κοινωνική συμμαχία μετασχηματίζεται σε αυτόνομη πολιτική δύναμη. Αυτή τη σχετική αυτοτέλεια του πολιτικού δεν πρέπει να την παραβλέψουμε. Γι’ αυτό και είναι αδύνατο να υπάρξει «ιστορικό μπλοκ» χωρίς τομές στη συγκρότηση του πολιτικού υποκειμένου, στη συγκεκριμένη περίπτωση το αναγκαίο σήμερα Αριστερό Μέτωπο σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση.

-Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης πρέπει να πάρει χαρακτηριστικά εναλλακτικής στρατηγικής και ενός προτάγματος εργατικής και λαϊκής ηγεμονίας που διεκδικεί απέναντι στην αστική τάξη που οδηγεί σήμερα σε συνθήκη ιστορικής οπισθοδρόμησης τη δυνατότητα να αρθρώσει το ίδιο το κίνημα λόγο για το προς τα πού θα πρέπει να πάνε τα πράγματα, προς ποια κατεύθυνση ως προς κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής, την παραγωγή, τις διεθνείς συναλλαγές, την εκπαίδευση, το περιβάλλον.

-Καθώς, το ζήτημα της δημοκρατίας αναδεικνύεται σε κομβικό είναι βασικό το εναλλακτικό κοινωνικό πρόταγμα να συνδυάζεται και με μια άλλη ποιότητα δημοκρατίας σε ρήξη με τον κονοβουλευτικό κρετινισμό. Αυτό αφορά τόσο την κατοχύρωση της «δημοκρατίας του αγώνα» ως την ειδική μορφή που μπορεί να πάρει σήμερα η εν δυνάμει «δυαδική εξουσία», αφορά όμως και την επεξεργασία και ενός εναλλακτικού προτύπου οργάνωσης που να στηρίζεται στην αποκέντρωση, την άμεση δημοκρατία, την ανακλητότητα, την αποφυγή οι όποιοι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί να γίνονται κυρίαρχοι. Εάν πολλές από τις προτάσεις για «άμεση δημοκρατία» μπορεί να μας φαίνονται αφελείς ή σχηματικές, εντούτοις εντοπίζουν ένα πραγματικό ζήτημα: ποια βαθύτερη και ανώτερη δημοκρατία αναλογεί στην εργατική ηγεμονία. Αυτό θα μπορούσε να είναι η απάντηση στην αγωνία για μια νέα «Συντακτική Συνέλευση» που από διάφορες πλευρές έρχεται στο προσκήνιο και μέσα στη συζήτηση της Αριστεράς.

-Η όλη διαδικασία πρέπει να βρίσκεται σε μια συνεχή διαλεκτική με την ίδια τη δυναμική του κινήματος. Μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία συγκροτείται μια υπαρκτή μορφή οργάνωσης και συντονισμού ή συνάντησης κινημάτων, μια εκδοχή λαϊκή αυτοοργάνωσης που είναι ιδιαίτερα σημαντική εάν θέλουμε όντως να αντιστοιχεί η μορφή του κινήματος με τη φάση της πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης. Και μάλιστα αυτή βγήκε με στοιχεία επινοητικότητας των μαζών. Να το πούμε απλά: οι θεσμοί μιας δυνητικής «δυαδικής εξουσίας» μόνο με τέτοιους όρους πρωτοβουλίας και επινοητικότητας και διαρκούς μορφωτικής διαδικασίας μπορούν να προκύψουν. Ας την κρατήσουμε, ας μην την κάνουμε απλώς συζήτηση της Αριστεράς. Κάθε κίνημα είναι σημαντικό να γεννά θεσμούς δικούς του και μια δική του δημόσια σφαίρα. Όμως υπάρχει και το πολιτικό επίπεδο. Εδώ όσο θα ήταν λάθος να πούμε ότι η Πλατεία Συντάγματος είναι το «κόμμα μας» άλλο τόσο λάθος θα ήταν μια βίαιη αποσύνδεση της πολιτικής διαδικασίας από τη κοινωνική διεργασία, που θα έλεγε ότι το τι γίνεται κεντρικά πολιτικά ορίζεται με βάση απλώς προειλημμένα σχέδια.

32. Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το εξής: η γραμμή μας για το Αριστερό Μέτωπο σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση εξ αρχής διατυπώθηκε σε σχέση με την πρόκληση της εποχής των εξεγέρσεων και της πολύμορφης πολιτικής κρίσης ως αποτέλεσμα και της δομικής καπιταλιστικής κρίσης. 'Ήταν η πρόκληση για μια αριστερά που να μπορεί να αναμετρηθεί με το θέμα της εξουσίας, άρα να κληθεί να έχει μια επαναστατική στρατηγική, πραγματική και όχι εγκεφαλική. Δεν ήταν η αντιστοίχηση ανάμεσα σε γεωμετρία της Αριστεράς και Αριστερή κυβέρνηση, αλλά κάτι αρκετά πιο σύνθετο. Η γραμμή για το Αριστερό Μέτωπο άρα εξαρχής διατυπώθηκε στον ορίζοντα εξεγερσιακών καταστάσεων. Ωστόσο, για να μην φτιάχνουμε σχηματικά δίπολα, η γραμμή αυτή προϋποθέτει και συμπαίκτες, προϋποθέτει πέραν της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλους που θα το σκέφτονται. Η εκρηκτική αντίφαση είναι ότι ακόμη και σήμερα άλλες τάσεις εξακολουθούν να υπαναχωρούν. Η ΚΟΕ και το «Μέτωπο» ταλαντεύονται και συχνά καταλήγουν σε μια γενικολογία. Το Αριστερό Ρεύμα εγκλωβίζεται στη συζήτηση περί συμπαράταξης. Οι διαφοροποιήσεις μέσα στο ΚΚΕ ακόμη δειλιάζουν να κάνουν το βήμα της ρήξης, παρά τις προωθημένες προγραμματικές αναζητήσεις που μπορεί να έχουν. Εμείς πιστεύουμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει τολμηρά να μπει σε αυτή τη συζήτηση και να μιλήσει για την ανάγκη ευρύτερων ανασυνθέσεων και συνάντησης ρευμάτων που έχουν σήμερα τοποθέτησης ρήξης με την αστική στρατηγική και την ΕΕ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει τώρα, περισσότερο παρά ποτέ, μέσα σε μια χώρα που αλλάζει και ο ιστορικός χρόνος επιταχύνεται, μέσα σε μια εξέγερση που μπορεί να είναι νικηφόρα, να σηκώσει το γάντι της κουβέντας για την Αριστερά. Βάζοντας τις κρίσιμες διαχωριστικές γραμμές, καλώντας δυνάμεις να εγκαταλείψουν είτε δρόμους ενσωμάτωσης και εγκλωβισμού μέσα στα σχέδια του ρεφορμισμού, είτε μοναχικές διαδρομές, πάνω από όλα αναζητώντας τρόπους ώστε η συζήτηση και συγκρότηση της Αριστεράς να μπολιαστεί από όλο αυτό τον κόσμο που κατεβαίνει σήμερα, αναζητά, συζητά, στηρίζει πεδία ενωτικής ριζοσπαστικής δράσης, και βέβαια δείχνοντας όλη την τόλμη που αναλογεί σε μια περίοδο όπου ο ιστορικός χρόνος συμπυκνώνεται. Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναλογεί να μιλήσει για το Αριστερό Μέτωπο σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, σε διαλεκτική σχέση με την εμπειρία που ξεδιπλώνεται μέσα στο ίδιο το κίνημα, να μιλήσει για την Αριστερά που θα μπορέσει να αναμετρηθεί με το ερώτημα της αντι-ηγεμονίας, για την Αριστερά πραγματικά των νικηφόρων εξεγέρσεων και του ερωτήματος της εξουσίας. Με ξεκάθαρες πολιτικές οριοθετήσεις (ιδιαίτερα αυτές που αφορούν το χρέος την ΕΕ και την άρνηση μιας συνδιαχειριστικής οπτικής), αλλά και με ανοιχτό κάλεσμα προς όποιον αποδέχεται αυτή την πρόκληση για συνδιαμόρφωση, με επίγνωση ότι σήμερα η συγκυρία της κρίσης και της εξέγερσης διαμορφώνει νέες διαχωριστικές γραμμές μέσα στην Αριστερά αλλά και νέες δυνατότητες συνάντησης ρευμάτων και αγωνιστών.Σε αυτό το πλαίσιο, η δική μας κίνηση για το επόμενο διάστημα απαιτεί τα ακόλουθα βήματα

- Πρώτον, θα υπάρξει δημόσιο κείμενο της Αριστερής Ανασύνθεσης που θα εξηγεί την αναγκαιότητα, την επικαιρότητα και τη σημασία της γραμμής του Αριστερού Μετώπου σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση. Επίσης, θα προχωρήσουμε σε κύκλο δημόσιων εκδηλώσεων της Αριστερής Ανασύνθεσης

- Δεύτερον, έχει σημασία να αναδεικνύεται, κύρια μέσα από ενωτικά βήματα διαλόγου όπως το Αριστερό Βήμα ή πρωτοβουλίες όπως η ΕΛΕ, μέσα από σχετική αρθρογραφία, μέσα από εκδηλώσεις, μέσα από την κοινή δράση σε πρωτοβουλίες όπως ο συντονισμός σωματείων η ύπαρξη μιας εν δυνάμει πλατφόρμας του Αριστερού Μετώπου σε "διάλογο" και με την εξεγερσιακή δυναμική του κινήματος. Στην ίδια κατεύθυνση μπορούν να συμβάλουν και δημόσια διαβήματα που να καταδεικνύουν ότι αγωνιστές από διαφορετικούς χώρους συγκλίνουν στις εκτιμήσεις για το κίνημα, τη συγκυρία, τη λαϊκή εξέγερση, το αναγκαίο πρόγραμμα πάλης (διαγραφή χρέους, έξω από ευρώ, αποδέσμευση από ΕΕ, εθνικοποιήσεις, ριζική αναδιανομή, εθνική ανεξαρτησία), την αναγκαιότητα του Αριστερού μετώπου σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση.

- Τρίτον, έχει σημασία να υπάρξουν ενωτικές πολιτικές πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση. Μία από αυτές θα μπορούσε να είναι μια ενωτική και πλατιά κίνηση κατά του ευρώ και της ΕΕ, με ένα πλαίσιο που να επικεντρώνει στην έξοδο από την Ευρωζώνη και την αντίθεση στην ΕΕ, και η οποία να συσπειρώνει ένα δυναμικό ευρύτερο του χώρου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.αντίστοιχα μπορούμε να δούμε και πρωτοβουλίες για το ζήτημα του χρέους.

- Τέταρτον, θα δώσουμε μάχη, έτσι ώστε η γραμμή του Αριστερού Μετώπου σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση να γίνει θέση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτό περνάει και μέσα από τη συντονισμένη παρέμβαση και στη Συνδιάσκεψη και σε όλες τις διαδικασίες μέχρι τότε (Συνελεύσεις κ.λπ.). Ταυτόχρονα, πρέπει να αναδειχθεί ότι γύρω από την απαίτηση για μια μάχιμη, συγκροτημένη, δημοκρατική ΑΝΤΑΡΣΥΑ που να έχει την αναγκαία σήμερα πρόταση για τα αριστερό μέτωπο σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση, μπορεί να υπάρξει μια ευρύτερη συσπείρωση δυνάμεων και αγωνιστών. Περισσότερο παρά ποτέ έχουμε ανάγκη από ένα τέτοιο δημόσιο διάβημα και πρωτοβουλία.

33. Ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι είναι πιθανό η προσπάθεια επανακατοχύρωσης μορφών νομιμοποίησης να περάσει μέσα από την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να έχουμε εκλογές το φθινόπωρο. Υπάρχει βεβαίως και το ενδεχόμενο να υπερισχύσει μια κατεύθυνση από τα αστικά επιτελεία στήριξης της κυβέρνησης για όσο αντέξει και κατά συνέπεια για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αναβολή των εκλογών. Σε περίπτωση εκλογών η πολιτική μας στάση δεν μπορεί να είναι απλώς προεκλογική δεδομένου ότι την ιδιαίτερη συγκυρία θα τη χρωματίσουν, αλλά δεν θα την καθορίσουν οι εκλογές. Η συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση θα πρέπει να αποτελέσει ένα μέσο για να εκθέσουμε τις απόψεις μας σε έναν κόσμο που από τη μια θα έχει πιο ανοιχτά τα αυτιά του, αλλά από την άλλη θέλει να ακούσει συγκεκριμένα πράγματα για τη διέξοδο από τη σημερινή κατάσταση, αλλιώς θα κάνει άλλες επιλογές με ιδιαίτερα πιθανή αυτή της αποχής.

Αυτές οι εκλογές θα είναι δοκιμασία για την Αριστερά, ακριβώς επειδή το πεδίο αφορά την επιλογή κυβέρνησης, διαχείρισης. Προφανώς και θα θέλαμε να υπήρχαν τέτοιοι όροι που να έθεταν τη δυνατότητα μιας νέας λαϊκής πλειοψηφίας και μιας κυβέρνησης που απλώς θα εκπροσωπούσε την "από τα πάνω" εκδοχή μιας επαναστατικής δυναμικής που θα υπήρχε πρωτίστως "από τα κάτω", σε μια συνθήκη που θα πλησίαζε όμως την ανοιχτή εμφάνιση δυαδικής εξουσίας (θα σήμαινε π.χ. ότι ήδη είχες μορφές λαϊκής αυτοοργάνωσης, αυτοδιαχείρισης, "αυτοάμυνας", κ.λπ.). Ο αντιπολιτικός τόνος, αναγκαστικά, των κινημάτων θα πρέπει να ξέρουμε ότι θα διαμορφώσει και προβλήματα στην εκλογική παρουσία κομματιών της Αριστεράς, ιδίως όταν αντικειμενικά θα γίνεται και ένας διαγκωνισμός μεταξύ των κομμάτων για την αντιπροσώπευση. Σίγουρα επίσης θα ενισχυθούν φωνές που θα μιλούν για αποχή, άκυρο κ.λπ. Γι' αυτό η οικοδόμηση δεσμών και σχέσεων εμπιστοσύνης με ευρύτερα κομμάτια, η ανάδειξη της ιδιαίτερης ποιότητας και ήθους που μπορεί να έχει η αντικαπιταλιστική αριστερά, ο σεβασμός του κινήματος και των "κανόνων" του, η κατάκτηση πολιτικών θέσεων με κόπο και συζήτηση και όχι εκβιαστικά, η αποτύπωση της ανιδιοτέλειας στην υποστήριξη κινητοποιήσεων είναι πλευρές που θα παίξουν κρίσιμο ρόλο. Σε αυτό το πλαίσιο, προφανώς και θα ήταν σημαντικό να υπάρξει μια καταγραφή εκλογική αριστερόστροφη, μια που αυτό θα ενίσχυε τις τάσεις πολιτικής κρίσης και θα περιόριζε την απήχηση του δικομματισμού όπως και τα περιθώρια ελιγμών της νέας κυβέρνησης. Επίσης, προφανώς εάν σήμερα μπορούσε να είχε διαμορφωθεί και κατοχυρωθεί αυτό που εμείς ορίζουμε ως αριστερό μέτωπο, αυτό θα έδινε και άλλη δυναμική και στην εκλογική μάχη (φυσικά χωρίς εκλογικίστικες αυταπάτες). Επειδή, όμως, αυτό παραμένει ένα διακύβευμα έχει ιδιαίτερη σημασία από τώρα να υπάρχει και προετοιμασία για την ισχυρή και μαζική εκλογική παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Επιπλέον, μια εκλογική επιτυχία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα αποτελέσει και ένα ακόμη βήμα στην αλλαγή συσχετισμών στην Αριστερά και την προοπτική της ανασύνθεσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς που οι καιροί απαιτούν. Αυτό αφορά και την ουσία της πολιτικής γραμμής της αλλά και την καταγραφή με υλικό, με πολιτικές πρωτοβουλίες, με μάχιμη απεύθυνση στον κόσμο του κινήματος αλλά και την συζήτηση της Αριστεράς.

Η πρόκληση της συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

34. Η πορεία προς τη συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μια ιδιαίτερα μεγάλη μάχη που είναι μπροστά μας. Μέσα από όλη τη διαδρομή της, τις μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές μάχες η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει καταφέρει να κατοχυρώσει μια παρουσία μέσα στην Αριστερά, αλλά και να έχει συσπειρώσει ένα ευρύτερο ριζοσπαστικό δυναμικό. Αυτό φάνηκε και από τον τρόπο που αυτό το δυναμικό στήριξε τις κινητοποιήσεις όλο το προηγούμενο διάστημα. Όπως έχουμε τονίσει αρκετές φορές η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είναι ένα «εσωτερικό» ζήτημά της, αλλά μια κρίσιμη πολιτική παρέμβαση. Το να υπάρξει ένα μετωπικό σχήμα, το οποίο θα κάνει όντως το κρίσιμο βήμα προς τη δημοκρατική λειτουργία και θα δώσει πραγματικό πολιτικό χώρο στο ανένταχτο δυναμικό θα της δώσει άλλη ώθηση στην πολιτική παρέμβαση, ενώ θα διαμορφώσει ένα πολύ πιο ουσιαστικό πεδίο ως προς το ξεδίπλωμα της διαλεκτικής της ηγεμονίας επιτρέποντας δοκιμασία των απόψεων και νέες πολιτικές συνθέσεις. Ταυτόχρονα, θα προσφέρει τη δυνατότητα για να χωνευτεί η εμπειρία από τους αγώνες και η συλλογική επεξεργασία κατευθύνσεων. Προφανώς και σημαντικό τμήμα αυτής της συζήτησης είναι το βάθεμα της ανάλυσης για τη συγκυρία και η επεξεργασία πλευρών μιας σύγχρονης αντικαπιταλιστικής στρατηγικής. Όμως, δεν μπορεί η συνδιάσκεψη να μένει μόνο σε αυτό το επίπεδο της επιβεβαίωσης των βασικών κατευθύνσεων που μπορεί να είχαμε μέχρι τώρα. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να βγει μέσα από τη συνδιάσκεψη εξοπλισμένη με μετωπική πολιτική πρόταση, γύρω από το αναγκαίο σήμερα αριστερό πρόγραμμα,που να απευθύνεται στον κόσμο της Αριστεράς και να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της περιόδου και την ανάγκη για μια Αριστερά της «εποχής των εξεγέρσεων». Με αυτό τον τρόπο το βάθεμα της αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης και στρατηγικής θα μπορέσει να συνδυαστεί με την ανάληψη ευθύνης απέναντι σε ένα ευρύτερο δυναμικό που αναζητά μια διέξοδο από την υπαρκτή κρίση της Αριστεράς, στοιχείο αναγκαίο σε μια περίοδο που αποδεικνύεται ότι συσχετισμοί ανατρέπονται και μπορούν να υπάρξουν ευρύτερες ανακατατάξεις. Το τελευταίο που χρειάζεται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σήμερα είναι «κλείσιμο» και αναδίπλωση στον εαυτό της. Όσο αναγκαίο και σημαντικό είναι σήμερα να καταγραφεί η άποψη και ο λόγος της και να κατοχυρώσει δεσμούς εκπροσώπησης με τμήμα των λαϊκών μαζών, άλλο τόσο αναγκαίο είναι να μπορεί να μιλήσει για το προς τα πού πρέπει να πάνε τα πράγματα συνολικά στην Αριστερά και σε επίπεδο προγραμματικής κατεύθυνσης και σε επίπεδο μετωπικής συγκρότησης. Αυτό είναι που σε τελικά ανάλυση μπορεί να διευρύνει και την επιρροή της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

35. Τέλος, δεν μπορούμε να υπογραμμίσουμε ότι μέσα σε όλο αυτό το τοπίο η κατεύθυνση του νέου κομμουνιστικού φορέα δεν αποτελεί πολιτική πολυτέλεια. Αντίθετα, απέναντι σε απόψεις που αντιμετωπίζουν ένα μέτωπο όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως ένα πόλο των επαναστατικών δυνάμεων ή απέναντι σε μια φοβική αντιμετώπιση του αριστερού μετώπου από το φόβο της ηγεμόνευσης, μια τομή στην ενωτική συγκρότηση των δυνάμεων και των αγωνιστών που αναφέρονται στην επαναστατική ανανέωση της κομμουνιστικής στρατηγικής αποκτά ξεχωριστή επικαιρότητα, μια που ακριβώς ένας σύγχρονος κομμουνιστικός φορέας θα μπορούσε να είναι η πολιτική ραχοκοκκαλιά πολιτικών διεργασιών και μετωπικών συγκροτήσεων περισσότερο αντιφατικών αλλά και με μεγαλύτερη δυναμική.

Για μια νέα ποιότητα στράτευσης στην Αριστερή Ανασύνθεση

36. Οι μεγάλες μάχες που δώσαμε και δίνουμε δίνουν μια δυνατότητα να κάνουμε και έναν απολογισμό της δικής μας παρέμβασης και δράσης. Η οργάνωση έδειξε εξαρχής πολιτικά αντανακλαστικά απέναντι στο κίνημα των πλατειών και συμμετείχε σε διάφορες πόλεις ενεργά από την πρώτη στιγμή. Καταφέραμε επίσης σχετικά νωρίς να έχουμε και μια εκτίμηση, όπως και μια κατεύθυνση για το πώς παρεμβαίνεις σε μια διαδικασία αναγκαστικά αντιφατική, με σεβασμό στη δημοκρατική διαδικασία. Αντίστοιχα, δείξαμε καλά οργανωτικά αντανακλαστικά στις μεγάλες μάχες στις 15 και 28-29 Ιούνη, όπου στηρίξαμε αποφασιστικά την περιφρούρηση των κινητοποιήσεων. Αναμφίβολα θετική τομή ήταν και το γεγονός ότι το site ανέβηκε ανανεώνεται και είναι ιδιαίτερα πλούσιο.

Από την άλλη φάνηκε ότι πλευρές της πολιτικής και οργανωτικής συγκρότησής μας έχουν δείξει τα όρια μας.

τωρινή δομή και τρόπος συγκρότησης της οργάνωσης Αθήνας δεν επιτρέπει να λειτουργήσει ως πολιτικό νεύρο της δουλειάς στην Αθήνα, παρά τα βήματα που έχουν γίνει

-Τα τομεακά συντονιστικά παραμένουν περισσότερο αποτελεσματικά στην παρακολούθηση των εξελίξεων στους χώρους και λιγότερο στην αναμέτρηση με κεντρικές πολιτικές μάχες.

-Το ΚΣΟ χαρακτηρίστηκε συχνά από μια γενικόλογη διαδικασία που δεν ήταν στραμμένη στην παραγωγή μάχιμων κατευθύνσεων

υπερβολική συγκέντρωση ευθύνης στο γραφείο οδηγούσε σε ελλείψεις στην πολιτική δράση και σε ελλιπή διάχυση της συζήτησης στο σύνολο της οργάνωσης.

δουλειά στη Λέσχη και στο περιοδικό έφτασε, με ευθύνη όλων μας, σε ένα όριο και χρειάζεται να δούμε πώς μπορεί να ξεκινήσει ξανά.

-Η συγκέντρωση συνδρομών έχει υποχωρήσει και αντιμετωπίζουμε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα.

Την ίδια ώρα όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε να κάνουμε με πολύ πιο σοβαρές προκλήσεις το επόμενο διάστημα και αυτό αναγκαστικά απαιτεί μια άλλης ποιότητας στράτευση μέσα στην Αριστερή Ανασύνθεση, με προσανατολισμό στην αποκέντρωση, στη συλλογικότητα, στον καταμερισμό, στην αποφυγή της πολυπραγμοσύνης, στην αξιοποίησης των συλλογικών δυνατοτήτων των ίδιων των μελών. Σε αυτό το πλαίσιο για το επόμενο διάστημα προτείνουμε

-Την ανασυγκρότηση της δομής της οργάνωσης Αθήνας με έμφαση στην ικανότητα άμεσης επικοινωνίας, εκπροσώπησης και συντονισμού με τους πυρήνες της Αθήνας και τη στελέχωση του συντονιστικού με σ. που κατεξοχήν θα έχουν αυτή την αρμοδιότητα.

-Την αξιοποίηση του συνόλου του στελεχιακού δυναμικού στην παρακολούθηση μετώπων και πρωτοβουλιών, στο συντονισμό δράσεων, στην παραγωγή λόγου και τη δημόσια παρουσία.

-Τον όλο και πιο πολιτικό και επιτελικό χαρακτήρα των τομεακών οργάνων.

-Στη συστηματοποίηση της οικονομικής δουλειάς

-Στην ανασυγκρότηση όλων των πρακτικών που σχετίζονται με την έντυπη και ηλεκτρονική παρουσία της οργάνωσης

Η ανάγκη αυτή μιας νέας ποιότητας στράτευσης δεν αναιρεί ούτε τη στρατηγική της αυτοαναίρεσης ούτε παραπέμπει σε μια λογική «μηχανισμών» μέσα στην Αριστερά. Ούτε αναιρεί τη σημασία της πρωτοβουλίας και τον πλούτο των διαφορετικών πρακτικών. Απλώς, σηματοδοτεί το αίτημα μιας ανώτερης συντροφικότητας και την επίγνωση ότι μέσα στο ίδιο τη διεργασία της αυτοαναίρεσης το εγχείρημα της Αριστερής Ανασύνθεσης, όχι ως αυτοσκοπός, ούτε ως «πολιτικό μαγαζί» έχει ακόμη κρίσιμα στοιχεία να συνεισφέρει.

Σε κάθε περίπτωση με την έμπνευση από την πρωτόγνωρη αγωνιστική εμπειρία που ζήσαμε, με την ελπίδα που γεννούν οι μικρές και μεγάλες μάχες που δίνουμε, με την επίγνωση όχι μόνο των δυσκολιών αλλά και των δυνατοτήτων της περιόδου, να μπούμε το επόμενο διάστημα ακόμη πιο αποφασιστικά πολιτικά και συγκροτημένα σε όλα τα μεγάλα μέτωπα που ανοίγονται μπροστά μας!