Στο παρόν σημείωμα δεν θα αναφερθώ στις γενικές εκτιμήσεις μας για την περίοδο και τους κεντρικούς πολιτικούς στόχους μας. Ούτε θα αναφερθώ εδώ στην επείγουσα συζήτηση για το ποιό είναι σήμερα ένα πολιτικό σχέδιο που να αναλογεί στην περίοδο για να μπορούμε να παρέμβουμε όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά στο τοπίο των σημερινών δυσκολιών. Είμαστε σε νέες συνθήκες με την ήττα και την κρίση της υπαρκτής αριστεράς ενεργή σε ένα ασταθές διεθνές τοπίο. Αυτά καταγράφονται συμπυκνωμένα στις Θέσεις με τις οποίες συμφωνώ, έχοντας συμμετάσχει και στη συγγραφή τους, και πρέπει να συζητηθούν στην ιδρυτική συνδιάσκεψη και κυρίως να τα βασανίσουμε περισσότερο από κοινού από εκεί και μετά για να χαράξουμε και να ιεραρχήσουμε κατευθύνσεις.

Στο παρόν κείμενο θα αναφερθώ σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα που αναδεικνύουν οι Θέσεις και έχει ανοίξει σχετική συζήτηση στις επιτροπές βάσης, επιχειρώντας να εμβαθύνω σε σημεία: στο ζήτημα του σύγχρονου ιμπεριαλισμού και της σύνδεσης του αντιμπεριαλιστικού και του αντικαπιταλιστικού αγώνα. Υπό το πρίσμα κάποιων πρωτόλειων (αλλά πλέον αναγκαίων, νομίζω, έστω και ως αρχικές υποθέσεις εργασίας) αναζητήσεων και σκέψεων για μία σύγχρονη θεώρηση για τον ιμπεριαλισμό και μία οικονομική τεκμηρίωση της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης με σύγχρονους όρους.

Καταρχάς, για το ζήτημα της έννοιας της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας. Ας έχουμε κατά νου πρώτα από όλα ότι η «πυραμίδα» και η «αλυσίδα» δεν είναι επιστημονικές έννοιες, είναι πολιτικές- θεωρητικές σχηματοποιήσεις. Και δεν εντάσσονται αυτόματα και a priori ως τέτοιες σε κάποιο ιδιαίτερο θεωρητικό ή πολιτικό ρεύμα. Άλλωστε, την έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας την χρησιμοποιούσαν και τη χρησιμοποιούν σχεδόν όλα τα μαρξιστικά ρεύματα. Η γνώμη μου είναι ότι η έννοια της «πυραμίδας» σχηματοποιεί καλύτερα την πραγματικότητα της διεθνούς διάρθρωσης. Αποτυπώνει τόσο την «κατακόρυφη» ιεραρχία, όσο και την «οριζόντια» ένταξη κοινωνικών σχηματισμών σε σχετικά παρόμοιο επίπεδο. Και φυσικά δείχνει ότι στα ανώτερα ιεραρχικά επίπεδα είναι όλο και λιγότερες χώρες. Η έννοια της αλυσίδας «χάνει» την «οριζόντια» διάσταση με χώρες παρόμοιου επιπέδου. Αποτύπωνε βέβαια σχηματικά την πολιτική ρήξη με το «σπάσιμο» της αλυσίδας και το σχήμα του «αδύναμου κρίκου». Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι μία τέτοια ρήξη σε μία χώρα τελικά δεν καταλύει το διεθνές σύστημα, αν και φυσικά μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο για μία ευρύτερη αποσταθεροποίηση. Υπό αυτή την έννοια, και πάλι το σχήμα της αλυσίδας δεν αποτυπώνει ορθά κάτι τέτοιο. Εν μέρει αυτό είναι κατανοητό για την εποχή που διατυπώθηκε, όταν είχε στόχο να δείξει τη δυνατότητα της επανάστασης και δημιουργούσε την ιστορική αισιοδοξία ότι αυτή θα είναι απαρχή της συνολικής κατάρρευσης του καπιταλισμού διεθνώς (όλης της «αλυσίδας» δηλαδή). Είναι γνωστό, βέβαια, ότι αυτός ο πολιτικός βολονταρισμός και η ιστορική αισιοδοξία δεν επιβεβαιώθηκε και τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Προφανώς, όλα αυτά χωράνε και απαιτούν και μεγαλύτερη ανάλυση, εμπειρική τεκμηρίωση για κάθε χώρα – κοινωνικό σχηματισμό, στοιχεία, μελέτη κλπ. Σε κάθε περίπτωση, επιλέξαμε την υιοθέτηση της σχηματοποίησης της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας θεωρώντας ότι αποτυπώνει καλύτερα και εμπλουτίζει την οπτική μας[1].

Οι εκδοχές της θεωρίας ιμπεριαλισμού στην Αριστερά και τα ανάλογα πολιτικά καθήκοντα.

Η σχετική καινοτομία των Θέσεων που διατυπώσαμε, όμως, δεν έγκειται στη σχηματοποίηση της πυραμίδας, αλλά στην ανάλυση της ιμπεριαλιστικής οικονομικής εκμετάλλευσης πλέον, στο αν υπάρχει και πώς αυτή γίνεται. Θα τοποθετήσω το θέμα αναγκαστικά κάπως συμπυκνωμένα προσπαθώντας να κάνω σαφές ένα νήμα σκέψης:

-Η υπαρκτή αριστερά (και η ελληνική αλλά όχι μόνο) θεωρώ ότι έχει σοβαρό έλλειμμα μίας σύγχρονης θεώρησης του ιμπεριαλισμού, αναμασά παλιά σχήματα ή υιοθετεί πολύ προβληματικά νέα. Αυτό αφορά κι εμάς εν μέρει παρόλο που σε επίπεδο πολιτικών θέσεων θεωρώ ότι έχουμε (και είναι σημαντικό στοιχείο σύγκλισης αυτό) ορθές πολιτικές εκτιμήσεις (αναγκαία ρήξη με το ευρωσύστημα, μεταβατικό πρόγραμμα και αιτήματα, αντίληψη για εθνικό & δημοκρατικό ζήτημα κλπ.). Έχουμε, επίσης, νομίζω και βασικά μεθοδολογικά εργαλεία σκέψης για να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε τη νέα πραγματικότητα, αλλά αυτό είναι ένα συλλογικό καθήκον που μένει να γίνει (και που στο σύνολό του φυσικά μας υπερβαίνει).

-Ακριβώς για αυτό υπάρχει ανάγκη και θεωρητικής αναζήτησης με πολιτικό δια ταύτα. Η ίδια η πραγματικότητα της κρίσης της υπαρκτής διεθνοποίησης του κεφαλαίου και των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, αλλά και των διαρκών μνημονίων και της επιτροπείας σε ένα διεθνές περιβάλλον σημαντικής καπιταλιστικής ανάπτυξης σε σχέση με την πραγματικότητα για την οποία έγραφε ο Λένιν αναδεικνύουν την ανάγκη για αυτό.

-Οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού στο οικονομικό επίπεδο πρακτικά περιγράφουν μία διαδικασία εξαγωγής κεφαλαίου σε πιο προσοδοφόρες ευκαιρίες επένδυσης όταν η επερχόμενη υπερυσσώρευση κεφαλαίου μειώνει τα ποσοστά κέρδους στις αναπτυγμένες χώρες. Πέρα από το αν αυτή η ροή κεφαλαίων από αναπτυγμένες σε υπανάπτυκτες χώρες των αρχών του αιώνα ήταν η βασική τάση (όπως έχει αμφισβητηθεί, οι βασικές ροές κεφαλαίου παρέμεναν μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών), το βασικό είναι ότι όλο αυτό το σχήμα βασικά περιγράφει μία όψη της “πρωταρχικής συσσώρευσης” σε χώρες που βρίσκονταν στο περιθώριο του τότε καπιταλιστικού κόσμου. Η εξαγωγή κεφαλαίου (και φυσικά καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων) ως αυθόρμητη διαδικασία διεθνοποίησης του κεφαλαίου ήταν η διαδικασία εγκαθίδρυσης, εμπέδωσης και ανάπτυξης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στην “περιφέρεια” του αναπτυγμένου κόσμου. Και οι πολιτικές μορφές που πήρε ήταν οι μορφές των αποικιών και ημιαποικιών στην εποχή του Λένιν. Και για αυτό όροι όπως η “εξάρτηση” με την πολιτική έννοια υπαγωγής εδαφών στην άμεση εποπτεία και διοίκηση μεγάλων δυνάμεων ήταν εντελώς πραγματικοί για την εποχή και ορθά τους χρησιμοποιούσε ο Λένιν.

-Όμως η πρωταρχική συσσώρευση (ξεκινώντας από την Αγγλία) δεν ήταν παρά μία βίαιη εξωοικονομική και πολιτική διαδικασία για την εγκαθίδρυση των προϋποθέσεων για την καπιταλιστική συσσώρευση. Η ίδια η διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης από τη στιγμή που υπήρξαν οι προϋποθέσεις της δεν γίνεται εξωοικονομικά - “πολιτικά”, αλλά ως αυθόρμητη οικονομική διαδικασία. Κατά παρόμοιο τρόπο ίσως πρέπει να δούμε και την διαδικασία της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Από την εποχή ανάδυσης του ιμπεριαλισμού έχουν αλλάξει πολλά και η σταδιακή καπιταλιστική ανάπτυξη χωρών της υπανάπτυκτης περιφέρειας οδήγησε στην ανάδυση εγχώριων αστικών τάξεων που με μοχλό και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα κέρδισαν την πολιτική ανεξαρτησία τους. Και κάποιες από αυτές στην πορεία του χρόνου και μέσω της διαδικασίας της ανισόμετρης ανάπτυξης υπερσκέλισαν οικονομικά ακόμα και χώρες του παλιότερου αναπτυγμένου κόσμου (π.χ. χώρες των BRICS σήμερα και νωρίτερα η Ιαπωνία ή η Νότια Κορέα). Ακόμα περισσότερο, κάποιες από αυτές πλέον έχουν αναπτύξει παράλληλα και πολιτική και στρατιωτική ισχύ που τις θέτει σε ανώτερες θέσεις της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας (π.χ. Κίνα, Ρωσία, Ινδία).

-Δε νομίζω, λοιπόν, ότι αρκεί να αναλύουμε οικονομικά τον ιμπεριαλισμό απλά ως εξαγωγή κεφαλαίου από πιο αναπτυγμένες χώρες σε πιο υπανάπτυκτες, σχηματισμό “χρηματιστικού” κεφαλαίου και τραστ-καρτέλ, διεθνών ενώσεων των καπιταλιστών και τελικά μοίρασμα του κόσμου μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από ένα σχήμα που πέραν της αναφοράς σε πρότερη ιστορική πραγματικότητα (υπαρκτή φυσικά σε όψεις της σε χώρες πολύ χαμηλής ανάπτυξης ακόμα και σήμερα) έχει και ένα πρόσθετο πρόβλημα. Καταλήγει τελικά συχνά να μη συνενώνει διαλεκτικά οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, γιατί αναφέρεται σε μία αρχική “εξωγενή”, όσον αφορά το εγχώριο κεφαλαιακό κύκλωμα, οικονομική διαδικασία (εξαγωγή κεφαλαίου) και από εκεί και πέρα η δυναμική εξέλιξή της συχνά διαστρεβλώνεται ή παρεξηγείται τελικά ως μία διαδικασία βασικά πολιτικής επιβολής (των κυβερνήσεων, στρατών, δυνάμεων που εκφράζουν σχεδόν εργαλειακά τα μονοπώλια που εξάγουν το κεφάλαιο). Αυτή η ανάγνωση υπήρξε στο σοβιετικό μαρξισμό και τελικά ερμηνεύει την “εξάρτηση” ως διαδικασία πολιτικής επιβολής εκ των έξω υποβαθμίζοντας την αυθόρμητη λειτουργία του κεφαλαίου (τόσο στο επίπεδο της εσωτερικής καπιταλιστικής συσσώρευσης όσο και στο διεθνές επίπεδο) αλλά και το ρόλο των εγχώριων αστικών τάξεων. Αυτές οι αναγνώσεις υποτίμησαν για αυτό αιτήματα εναντίωσης και σύγκρουσης με το εγχώριο κεφάλαιο και σε ακραίες όψεις τους θεωρούν ότι υπάρχει δυνατότητα συμμαχίας με μέρος του για να αρθεί η εξωτερική πολιτική επιβολή και να αποκατασταθεί μία “κανονική” καπιταλιστική ανάπτυξη χωρίς εξωτερικά πολιτικά εμπόδια ώστε να τεθεί αργότερα το ερώτημα του σοσιαλισμού.

-Θεωρώ ότι για ένα σύγχρονο πλαίσιο ερμηνείας της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης σε χώρες όπως η δική μας, και εντός των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, πρέπει να ξεκινήσουμε από το ότι ο ιμπεριαλισμός είναι ένα σύστημα σχέσεων που δημιουργείται από την αυθόρμητη λειτουργία του κεφαλαίου στο διεθνές επίπεδο. Στο έδαφος της σημερινής καπιταλιστικής ανάπτυξης (αφού δηλαδή έχει επέλθει η “πρωταρχική συσσώρευση” της εγκαθίδρυσης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων) δημιουργεί σχέσεις οικονομικής και πολιτικής ανισοτιμίας στη βάση της μεταφοράς αξίας στη σφαίρα της κυκλοφορίας και μέσω των διαδικασιών του ενδοκλαδικού και διακλαδικού ανταγωνισμού διεθνώς, και τελικά και μέσω χρηματοπιστωτικών πιέσεων που μπορεί να προκύψουν λόγω των ελλειμματικών ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών (που οφείλονται κυρίως στο εμπορικό έλλειμμα που προκύπτει από την παραπάνω διαδικασία και ό,τι αυτό συνεπάγεται βλ.αύξηση ιδιωτικού και συχνά και δημόσιου χρέους κλπ.). Και φυσικά αυτό το σύστημα σχέσεων βάθυνε και ολοένα βαθαίνει με την άρση κάθε είδους “προστασίας” (νομισματικής ή μη) των εγχώριων οικονομιών, δηλαδή με την ένταση των λειτουργιών διεθνοποίησης του κεφαλαίου στην εποχή μας. Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου είναι αποτέλεσμα της τάσης του κεφαλαίου για ανεύρεση υψηλότερων επιπέδων κερδοφορίας. Μέσα στην κρίση, επίσης, το διεθνοποιημένο πλαίσιο διευκολύνει τις ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να μετακυλίουν ευκολότερα την κρίση τους σε πιο «αδύναμους κρίκους». Κάτι που γίνεται και στο επίπεδο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων (π.χ. με τη μεταφορά κρίσης από τις ΗΠΑ αρχικά στην Ευρωζώνη λόγω και των δομικών αντιφάσεών της), και φυσικά και προς τις πιο αδύναμες οικονομίες και χώρες (η όξυνση της ελληνικής κρίσης και γενικότερα των νότιων χωρών εντός της ΟΝΕ, το πώς επωφελείται η Γερμανία εντός της κλπ.).

-Οι διαφορές ανταγωνιστικότητας και η παραγωγική διάρθρωση της κάθε οικονομίας οφείλονται μεν, σε τελική ανάλυση, στη δυναμική της ταξικής πάλης και της εσωτερικής καπιταλιστικής συσσώρευσής της, αλλά πρακτικά επικυρώνονται (και οξύνονται) στο επίπεδο της κυκλοφορίας διεθνώς (όπως κατ' αντιστοιχία γίνεται και με κάθε μεμονωμένο προϊόν που ως προϊόν για την αγορά η αξία του δημιουργείται μεν στην “εσωτερική” διαδικασία παραγωγής αλλά πραγματοποιείται μόνο “εξωτερικά” μέσα στην ανταλλακτική σχέση). Για αυτή την αντίληψη ο ιμπεριαλισμός δεν περιορίζεται σε ένα βασικά πολιτικό φαινόμενο, ως «κατακτητικότητα», ούτε ερμηνεύεται στενά οικονομίστικα απλώς ως αναζήτηση πρώτων υλών ή αγορών (διάσταση που υπάρχει ως μορφή εμφάνισής του σε χώρες χαμηλότερης ανάπτυξης, αλλά ούτε εκεί το περιεχόμενό του εξαντλείται σε αυτή). Αντανακλά τη δυναμική της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, που δεν είναι πρωτίστως «εμπορική», αλλά αφορά πρώτα και κύρια την ίδια τη διεθνοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας. Που γίνεται μέσω διάφορων διαύλων και ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης σε κάθε χώρα (μέσω των διαδικασιών του διεθνούς ανταγωνισμού, της εξαγωγής κεφαλαίου με άμεσες ξένες επενδύσεις κλπ.). Η διάσταση του διεθνούς ανταγωνισμού είναι πιο ευρεία πλέον για χώρες όπως η δική μας, αφού όσο πιο πολύ διεθνοποιείται η παραγωγή (ενδιάμεσων και τελικών προϊόντων) και η αγορά, τόσο περισσότερο η διαδικασία και οι σχέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού γίνονται φυσικά μοχλός εμβάθυνσης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων (όπως αντίστοιχα ισχύει και για τον εγχώριο κεφαλαιακό ανταγωνισμό που όμως διεξάγεται στο πλαίσιο ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και επηρεάζει ενδοαστικές αντιθέσεις εντός της χώρας). Αυτό αφορά αφενός το διεθνή ενδοκλαδικό ανταγωνισμό μέσω του οποίου τελικά δημιουργείται αυθόρμητη πίεση για εισαγωγή τεχνολογικών και οργανωτικών αναδιαρθρώσεων στην παραγωγική διαδικασία κάθε χώρας. Και αφετέρου το διεθνή διακλαδικό ανταγωνισμό μέσω του οποίου δημιουργείται και αναπαράγεται αυθόρμητα ο διεθνής παραγωγικός καταμερισμός όπου άλλες χώρες παράγουν και μέσα παραγωγής ενώ άλλες όχι στον ίδιο βαθμό (όπως η δική μας με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ισχύ και τη θέση της στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα). Αυτή η διαδικασία προφανώς συμβάλλει περαιτέρω στην επέκταση και το βάθεμα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και μορφών, αλλά διαμορφώνει και διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξής τους λόγω της ανισομετρίας της.

-Αυτή η αντίληψη αναδεικνύει τόσο την πρωταρχικότητα της δυναμικής της ταξικής πάλης και της εσωτερικής καπιταλιστικής συσσώρευσης για τη διεθνή θέση και ανταγωνιστικότητα μίας “χώρας” (του συνολικού – κοινωνικού κεφαλαίου της δηλαδή) όσο και τη διαδικασία δημιουργίας και αναπαραγωγής σχέσεων ανισοτιμίας μεταξύ “χωρών” (δηλαδή μεταξύ συνολικών – κοινωνικών κεφαλαίων). Εντός π.χ. της ΟΝΕ η ένταση της απόκλισης των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί μορφή εμφάνισης αυτού του φαινομένου σε μία αγορά ενιαίου νομίσματος. Στη βάση αυτή τεκμαίρεται, κατά τη γνώμη μου, η ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση σε οικονομικό επίπεδο εντός ΟΝΕ και ΕΕ, κάτι που μπορεί να γενικευτεί και σε άλλες περιπτώσεις όπου όμως υπάρχει η διαφορά της ύπαρξης διακριτών νομισμάτων και ανάλογης “προστασίας”[2]. Αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε συνδυασμό φυσικά και με άλλους λόγους πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος για την ανάλυση της ανισοτιμίας των σχέσεων μεταξύ χωρών και για την εκτίμηση της θέσης τους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα κλπ. Δεν θα σταθώ αναλυτικά σε αυτούς όχι λόγω υποτίμησης ή κάποιου «οικονομισμού» αλλά γιατί στο παρόν κείμενο ήθελα να εστιάσω στο ζήτημα της ιμπεριαλιστικής οικονομικής εκμετάλλευσης.

-Για άλλες απόψεις εντός της αριστεράς (σημερινό ΚΚΕ[3], Γ.Μηλιός, αρκετά τροτσκιστικά ρεύματα) σημασία έχουν σχεδόν αποκλειστικά οι όροι της εσωτερικής καπιταλιστικής ανάπτυξης των χωρών. Για αυτό, κάνουν το αντίστροφο λάθος από τις παλιότερες θεωρήσεις του σοβιετικού μαρξισμού. Υποτιμούν τη σημασία αιτημάτων ενάντια σε διαδικασίες πολιτικής επικύρωσης των παραπάνω μες την κρίση (μνημόνια, επιτροπεία κλπ.), τη σημασία της ανάδειξης αιτημάτων λαϊκής κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και της ρήξης με το ευρωσύστημα ως κομβικά στοιχεία για την αποδέσμευση από τις διαδικασίες διεθνοποίησης του κεφαλαίου και τις πιέσεις που επάγουν στις εργαζόμενες τάξεις μίας χώρας μαζί με τις πιέσεις του εγχώριου κεφαλαίου (και εντείνοντάς τις). Και συχνά καταλήγουν σε σχήματα όπου οι περισσότερες χώρες παγκοσμίως ανήκουν σε ένα διακρατικό σύστημα, όπου σχεδόν όλα τα κράτη είναι – ρητά ή άρρητα –ιμπεριαλιστές (έστω και με σχέσεις “αλληλεξάρτησης”). Και τελικά δεν τίθεται ή υποτιμάται πλήρως το ζήτημα της θεμελίωσης κάποιας ιμπεριαλιστικής οικονομικής εκμετάλλευσης μεταξύ χωρών που μετακυλίεται και στις εργαζόμενες-λαϊκές τάξεις των υποδεέστερων χωρών (“διπλή” εκμετάλλευση αλλά όχι όπως παλιότερα με όρους πολιτικής-στρατιωτικής κατάκτησης). Τίθεται μόνο ζήτημα ανάλυσης των μεταξύ τους “ενδοϊμπεριαλιστικών” αντιθέσεων. Και ακριβώς για αυτό υποβαθμίζονται πλέον αισθητά τα καθήκοντα της αντιιμπεριαλιστικής πάλης για τις εργαζόμενες τάξεις και τους λαούς σε αντίστοιχες χώρες και δεν υιοθετούνται αντίστοιχα αιτήματα ως μεταβατικοί “κρίκοι” σε σύνδεση με την αντικαπιταλιστική πάλη για την εξουσία και το σοσιαλισμό.

-Ανακεφαλαιώνοντας, η “ανταγωνιστικότητα” και η “ανάπτυξη” εξαρτώνται από τη δυναμική της ταξικής πάλης και της εγχώριας διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου. Με απλά λόγια, το κεφάλαιο τις αποκτά στις πλάτες των εργαζόμενων τάξεων. Και αυτό βάζει άμεσα αντικαπιταλιστικά καθήκοντα πάλης και διεκδίκησης, ειδικά σε συνθήκες κρίσης όπου η επίθεση του κεφαλαίου οξύνεται. Ταυτόχρονα, η διεθνοποίηση τουκεφαλαίου (και η ένταξη σε καπιταλιστικές ολοκληρώσεις ως ειδική έκφανσή της) δημιουργεί ένα πλαίσιο που λειτουργεί ως διαρκής “μοχλός πειθάρχησης” για την εγχώρια καπιταλιστική συσσώρευση και αυξάνει τις πιέσεις (στο εγχώριο κεφάλαιο που μετακυλίονται στις εργαζόμενες τάξεις) για ολοένα και μεγαλύτερες αναδιαρθρώσεις και ένταση της εγχώριας εκμετάλλευσης. Μέρος της εγχώριας εκμετάλλευσης αποσπάται από τα πιο ανταγωνιστικά ξένα κεφάλαια στη σφαίρα της κυκλοφορίας μέσω της διαδικασίας του διεθνούς ανταγωνισμού. Αυτά συμπληρώνουν στα αντικαπιταλιστικά καθήκοντα την διόλου δευτερεύουσα αντιμπεριαλιστική διάσταση ενάντια σε αυτή τη “διπλή” εκμετάλλευση και τις πολιτικές μορφές που παίρνει (ένταξη σε ΟΝΕ-ΕΕ και ειδικά σε καθεστώς κρίσης μνημόνια, χρέος, επιτροπεία κλπ.). Η ρήξη με το καθεστώς των μνημονίων και με το ευρωσύστημα απαιτεί άμεσες ρήξεις και με το εγχώριο και με το ξένο κεφάλαιο και τους πολιτικούς εκφραστές τους (εγχώριο πολιτικό σύστημα, ευρωπαϊκή γραφειοκρατία κλπ.). Και το λαϊκό κοινωνικό μπλοκ που θα κληθεί να την υλοποιήσει θα αναγκαστεί από την πρώτη μέρα να αντιπαρατεθεί με ένα συνασπισμό αυτών των δυνάμεων όπως φάνηκε γλαφυρά και στην περίοδο του δημοψηφίσματος. Για να μπορέσει να φέρει αυτό το δύσκολο έργο εις πέρας θα πρέπει να δώσει αυτή τη μάχη χωρίς δισταγμό και υποτίμηση ούτε των εγχώριων εκφραστών του ούτε των υπερεθνικών.

σ.Χρ.Τουλ.

Επιτροπή Βάσης Ζωγράφου-Καισαριανής


[1] Και φυσικά αυτό δεν υποδηλώνει συμφωνία με τις πρόσφατες θέσεις του ΚΚΕ για τον ιμπεριαλισμό που επίσης χρησιμοποιεί πλέον αυτή τη σχηματοποίηση, όπως θα φανεί και παρακάτω.

[2]Μία ανάλυση που προσεγγίζουν σε θεωρητικές και εμπειρικές μελέτες τους τόσο ο Γ.Οικονομάκης (με τον οποίο συμφωνώ περισσότερο, για μία θεωρητική συμπύκνωση βλ. http://prin.gr/?p=13910, για μία πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση βλ. εδώ: https://www.inegsee.gr/ekdosi/domika-charaktiristika-tis-ellinikis-ikonomias-krisi-ke-paragogiki-anasygkrotisi/?hide-hf=true ) όσο και οι Σ.Μαυρουδέας (βλ. ενδεικτικά https://www.u-picardie.fr/eastwest/fichiers/art222.pdf ) και Κ.Λαπαβίτσας. Με τον τελευταίο όμως να την εντάσσει εντός μίας ανάλυσης “χρηματιστικοποίησης” και έμφασης στα φαινόμενα στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, κάτι που τον οδηγούσε αρχικά να θεωρεί ότι μία νομισματική διαχείριση (έξοδος, υποτίμηση κλπ.) θα αρκούσε καταρχάς εφόσον θεωρούσε (λανθασμένα νομίζω) το “ελληνικό πρόβλημα” κυρίως ως πρόβλημα “ανταγωνιστικότητας κόστους” και όχι ως πιο διαρθρωτικό λόγω του διεθνούς παραγωγικού καταμερισμού που προκύπτει από τις παραπάνω διαδικασίες και της θέσης της Ελλάδας σε αυτόν με την ένταξή της σε ΟΝΕ-ΕΕ. Αν είναι διαρθρωτικό απαιτεί αφενός έξοδο όχι μόνο από την ΟΝΕ αλλά και την ΕΕ και αφετέρου παραγωγική ανασυγκρότηση και μετασχηματισμό, ενώ αν είναι απλώς πρόβλημα ανταγωνιστικότητας κόστους (όπως είναι και το mainstream νεοφιλελεύθερο επιχείρημα) τότε βασικά απαιτεί απλώς υποτίμηση (εσωτερική ή νομισματική) που θα φέρει εξαγωγές και “ανάπτυξη”. Ανάλογες ενδιαφέρουσες αναζητήσεις, με τις οποίες όμως διατηρώ διαφωνίες που δεν είναι της παρούσης, μπορεί κανείς να δει και εδώ: των Carchedi-Roberts https://brill.com/view/journals/hima/29/4/article-p23_2.xml, του Roberts https://thenextrecession.wordpress.com/2024/04/23/further-thoughts-on-the-economics-of-imperialism/ και την αξιόλογη δουλειά, παρά τις διαφωνίες μου, του σ.Διονύση Περδίκηαπό το Σύλλογο Κορδάτο: https://www.kordatos.org/kapitalistikos-imperialismos-imperialistiki-monopoliaki-ekmetalleudsi-diethnes-imperialistiko-systhma/

[3] Ίσως η πιο ολοκληρωμένη παρουσίασή της είναι το άρθρο του Μ.Παπαδόπουλου στο τεύχος 4 του 2016 της ΚΟΜΕΠ:https://www.komep.gr/m-article/I-EPIKAIROTITA-TIS-LENINISTIKIS-TIEORIAS-TOY-IMPERIALISMOY/. Άρθρο του Β. Όψιμου ( https://www.komep.gr/m-article/I-TIEORIA-TOY-LENIN-GIA-TON-IMPERIALISMO-KAI-OI-DIASTREBLOSEIS-TIS/ ) για το ζήτημα υπάρχει και στο τεύχος της ΚΟΜΕΠ (2/2017) το οποίο απαντά σε κριτικές που ασκήθηκαν στο πρώτο άρθρο. Αξίζει να επισημάνουμε ότι το συγκεκριμένο άρθρο του Μ.Παπαδόπουλου έχει σοβαρές μετατοπίσεις συγκριτικά με παλιότερες σχετικές αναλύσεις του ΚΚΕ παρόλο που οι παραπομπές του είναι αποκλειστικά σε κείμενα του Λένιν και παλιότερα άρθρα και κείμενα μελών του ΚΚΕ. Αξίζει να αναφέρουμε ένα δευτερεύον αλλά ίσως ενδεικτικό σημείο. Όσα αναφέρει για τονHilferdingκαι την επιρροή του στο Λένιν δεν έχουν μεγάλη σχέση με όσα έγραφε παλιότερα το ΚΚΕ (και οι παλιότερες σοβιετικές αναλύσεις) για αυτό. Αντιθέτως είναι εντυπωσιακά παρόμοια με αναλύσεις του Γ.Μηλιού για το ζήτημα. Για τους προσεκτικούς αναγνώστες, τέτοιες ομοιότητες στο άρθρο δεν εξαντλούνται μόνο στο ζήτημα τουHilferding. Παρόμοιες “επιρροές” δείχνει να έχει και το δεύτερο άρθρο του Βασίλη Όψιμου (π.χ. στο πώς πλέον το ΚΚΕ ορίζει το «μονοπώλιο”, όχι πλέον ως “οργανωτική μορφή της παραγωγής”, δηλαδή ατομικό κεφάλαιο, “αλλά ως ανάπτυξη του ίδιου του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης, ως στάδιο όπου το κεφάλαιο “παίρνει άμεσα τη μορφή κοινωνικού κεφαλαίου”) . Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι είναι απλή σύμπτωση κάτι τέτοιο. Άλλωστε αυτές οι «επιρροές» φαίνονται αν το προσέξει κανείς και στις πρόσφατες τοποθετήσεις του ΚΚΕ για την επανάσταση του 1821 και τις ομοιότητες τους με τις αναλύσεις στο βιβλίο «Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός» του Γ.Μηλιού. Σημειώνω ότι συμφωνώ με μία πλειάδα αναλύσεων του Γ.Μηλιού και θεωρώ τη θεωρητική συνεισφορά του κρίσιμη στην ελληνική μαρξιστική σκέψη. Όμως, διατηρούσα και διατηρώ διαφωνίες με απόψεις του όσον αφορά στο «εθνικό ζήτημα», στον ιμπεριαλισμό και στην αντιμπεριαλιστική πάλη.