1. Το πολιτικό κλίμα

Με τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο της δημοκρατίας στις 11/04 ξεκινά και τυπικά και η προεκλογική εκστρατεία. Άλλωστε, η πρόσφατη αντιπαράθεση στη Βουλή για το πόσες τροπολογίες θα περάσουν, όπως και η ολοκλήρωση του κοινοβουλευτικού έργου, παρέπεμπαν στην απόφαση για τις εκλογές. Άλλωστε, το πρώτο κύμα των μνημονιακών νομοσχεδίων ψηφίστηκε και το επόμενο κύμα – οι νέες μεγάλες περικοπές τον Ιούνιο – χρειάζεται φρέσκια νομιμοποίηση. Επιπλέον, η ΝΔ είναι η πιο πιεσμένη και κατά συνέπεια βιαστική να γίνουν εκλογές.

Οι εκλογές δεν θα είναι το τέλος της αστάθειας. Ακόμη και εάν καταφέρουν να περάσουν διάφορα συμβολικά όρια, π.χ. να μπορούν στο τέλος τα δύο μεγάλα κόμματα να έχουν αθροιστικά κοντά ή πάνω από 50% και μια αθροιστική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εντούτοις προβλήματα πραγματικής νομιμοποίησης θα υπάρχουν, ιδίως εάν πρόκειται να αντιμετωπίσουν νέα κύματα λαϊκής δυσαρέσκειας. Αυτό εξηγεί και την ανησυχία ορισμένων αστικών κέντρων σε σχέση με το εάν και κατά πόσο πρέπει ή δεν πρέπει να γίνουν εκλογές. Όμως, προκρίνεται σήμερα είναι να γίνουν οι εκλογές,με την εκτίμηση ότι τυχόν αναβολή τους παραπέρα θα σήμαινε ακόμη μεγαλύτερη έλλειψη νομιμοποίησης. Ελπίζουν, άλλωστε, ότι η διαφορά έντασης των κοινωνικών επιπτώσεων της κρίσης στην Αθήνα και τα μεγάλα αστικά κέντρα από τη μια και την επαρχία από την άλλη, μπορεί να οδηγήσει στην περιφέρεια σε συγκριτικά υψηλότερη συσπείρωση γύρω από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και αυτό συνολικά να εξισορροπήσει κάπως τα πράγματα.

Σε κάθε περίπτωση οι πολιτικές εξελίξεις σήμερα αντανακλούν μια συνθήκη βαθύτερης πολιτικής κρίσης, μια συνολικότερη τάση αναδιάταξης / ρήξης κοινωνικών συμμαχιών, καθώς και την απουσία πειστικής ηγεμονικής πρότασης, με την έννοια ότι η τρέχουσα «αφήγηση» από τη μεριά της Τρόικα και των μνημνιακών πολιτικών για μια ανάπτυξη που να βασίζεται στην «εσωτερική υποτίμηση» και την εξαγωγική επίδοση, απέχει από το να συγκροτεί μια ευρύτερη σχέση ηγεμονίας, έστω και εάν είναι κυρίαρχη εντός του μπλοκ εξουσίας. Όμως, πολιτική κρίση μένει εντός συγκεκριμένων ορίων όσο δεν διαμορφώνεται ισχυρός αντίπαλος, που θα μπορεί να τη μετασχηματίσει σε ευρύτερη αποσταθεροποίηση.

Η πολιτική κρίση πατάει και πάνω στη συνέχιση οικονομικής κρίσης και όχι μόνο στην Ελλάδα. Η κρίση χρέους εξακολουθεί να συναρθρώνεται στην Ευρώπη με την κρίση της αρχιτεκτονικής του ευρώ και αυτό φαίνεται στις εξελίξεις σε σχέση με Ισπανικό και Ιταλικό χρέος. Ήδη είμαστε πολύ κοντά σε τυπική ύφεση στην ευρωζώνη. Η μεγάλη αύξηση της ανεργίας δείχνει το υλικό υπόβαθρο ρήξης με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Οι μεγάλες εργατικές και λαϊκές κινητοποιήσεις (π.χ. γενική απεργία στην Ισπανία) δείχνουν ότι υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες και δυνατότητες κοινωνικών εκρήξεων. Το ίδιο δείχνει και ο συνδυασμός ανάμεσα στη διαφαινόμενη εκλογική ήττα Σαρκοζί και την εντυπωσιακή προεκλογική καταγραφή του Αριστερού Μετώπου στη Γαλλία.

Στο πολιτικό σκηνικό έχουν σημασία οι αντιφάσεις που αντιμετωπίζει η ΝΔ από τη στιγμή που έχει αρχίσει να έχει πραγματικό κόστος από τη στήριξη που έδωσε στο Μνημόνιο 2 και την ενσωμάτωσή της μέσα στην κυρίαρχη πολιτική. Το άνοιγμα και η εγκόλπωση μερίδας του ΛΑΟΣ που κατεξοχήν πρόβαλε την ανάγκη συνάρθρωσης νεοφιλελευθερισμού και νεοσυντηρητισμού δεν καλύπτει αυτή τη βαθύτερη αντίφαση. Δεν είναι τυχαίο πάντως ότι στην προετοιμασία της ΝΔ για την άνοδο στην εξουσία έστω και με τη μορφή κυβέρνησης συνεργασίας στον πολιτικό τόνο έχει προστεθεί και η ιδιαίτερα επίμονη επίθεση προς την Αριστερά.

Κομμάτι και ειδική έκφραση της πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα η εμφάνιση νέων κομμάτων που προσπαθούν να εκφράσουν – και να καπηλευτούν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια ευρύτερων κομματιών απέναντι σε ό,τι συμβαίνει σήμερα. Ιδίως οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» εκφράζουν ένα συνδυασμό ανάμεσα στην αμφισβήτηση πλευρών της σχέσης με το διεθνές περιβάλλον – εξ ου και η άρνηση του Μνημονίου – παράλληλα όμως με ξεκάθαρα νεοσυντηρητικές και νεοφιλελεύθερες τοποθετήσεις, στοιχείο που εξηγεί και την οικονομική τους πριμοδότηση και από εκείνες τις επιχειρηματικές μερίδες που θα ήθελαν μια περισσότερο δυναμική αμφισβήτηση των σημερινών όρων καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Γι’ αυτό και το όχι στο μνημόνιο συνδυάζεται με προτάσεις όπως η ενίσχυση του ρόλου του στρατού και η κατάργηση της μονιμότητας. Αυτό μπορεί να εξηγήσει και την πιθανή του αξιοποίηση ως ενός κόμματος καταλύτη για την ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού. Ας μην ξεχνάμε ότι τυχόν ισχυρή εκλογική καταγραφή των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» θα σημαίνει και συνολικότερη εκλογική ενίσχυση της «δεξιάς» σε όλες τις εκδοχές της (το άθροισμα του πολιτικού τόξου ακροδεξιά – ΝΔ – Καμένος) και αυτό αποτελεί επένδυση για μελλοντικές εξελίξεις και εναλλακτικές λύσεις.

Αντίστοιχα στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, φαίνεται ότι σε πρώτη φάση το ρόλο υποδοχής τμήματος της δυσαρέσκειας θα τον παίξει η ΔΗΜΑΡ, χωρίς τα όποια σχήματα διεκδικούν την κληρονομιά του «σοσιαλιστικού χώρου» να μπορούν να παίξουν αυτό το ρόλο. Άλλωστε, και με τη βοήθεια και των ΜΜΕ γίνεται προσπάθεια καταρχάς να διατηρηθεί το ΠΑΣΟΚ ως ένας σχετικά υπολογίσιμος παίχτης στο πολιτικό σκηνικό. Από την άλλη η ΔΗΜΑΡ είναι σαφές ότι επίσης σε επόμενη φάση θα παίξει ρόλο στην ανασύνθεση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου, ή τουλάχιστον θα διεκδικήσει ένα χώρο. Από την άλλη, είναι σαφές ότι προσπάθειες διαμόρφωσης «αντιμνημονιακών» σχημάτων από το χώρο ΠΑΣΟΚ δεν έχει μπορέσει να περπατήσει, κύρια γιατί σχηματίστηκαν από πρόσωπα με υψηλότατο βαθμό συμμετοχής και συνενοχής στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Στο ίδιο τοπίο – και με δεδομένο ότι τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ΝΔ συνειδητά έχουν επιλέξει μια επένδυση στο θέμα της μετανάστευσης στο πλαίσιο μιας απόπειρας μετατόπισης προς τα δεξιά της πολιτικής ατζέντας – έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς φαίνεται ότι θα ενισχυθεί η ακροδεξιά σε αυτές τις εκλογές και ιδίως η Χρυσή Αυγή. Πέραν της όποιας πριμοδότησης, είναι σαφές ότι αυτό αποτυπώνει και μετατοπίσεις πολιτικές ιδίως μικροαστικών στρωμάτων που αντιμετωπίζουν μια ακραία συνθήκη ανασφάλειας αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τέτοια πολιτικά κομμάτια έχουν προσπαθήσει να οικοδομήσουν σχέσεις εκπροσώπησης το τελευταίο διάστημα. Αποτυπώνουν επίσης ελλείμματα σοβαρά στην πολιτική απεύθυνση της Αριστεράς, στην ικανότητά της να μπορεί να κερδίζει αυτά τα στρώματα απέναντι σε ακρόδεξιές απόψεις, στην ικανότητά της να έχει μια δημοκρατική – διεθνιστική τοποθέτηση πάνω στο μεταναστευτικό που ταυτόχρονα με τρόπο λαϊκό και ταξικό να απαντά στην ανασφάλεια που μπορούν να νιώθουν ευρύτερα στρώματα (και εδώ υπάρχει και δικό μας έλλειμμα επεξεργασιών…).

Σε αυτό το τοπίο για τα κόμματα της Αριστεράς μπροστά στις εκλογές ισχύει η εκρηκτική αντίφαση ανάμεσα στην εκλογική δυναμική και τη στρατηγική ανεπάρκεια.

Ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα επικεντρώνει κύρια στην προσέλκυση και ενίσχυση με δυναμικό από το ΠΑΣΟΚ, εξ ου και η εκλογική συνεργασία, μια γενικόλογη επίκληση ενότητας και «αντιμνημονιακού μετώπου» και μία προσπάθεια περισσότερο «εθνικού» τόνου, που όμως συνοδεύεται με υστερική επιμονή στη άρνηση της ρήξης με ΟΝΕ και ευρώ. Η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί, μέσα και από την ηγεμονία της ηγετικής ομάδας του ΣΥΝ, στην κατεύθυνση μιας «προοδευτικής» διαχειριστικής κυβερνητικής λύσης, που δεν θα αμφισβητεί την πρόσδεση στην ΕΕ και το ευρώ και που θα μπορούσε να αποτελέσει τμήμα «εναλλακτικών λύσεων» όταν και εφόσον η δυναμική των πραγμάτων υποχρεώσει και το αστικό μπλοκ να αναζητήσει «προοδευτικότερη» λύση. Σε αυτό το πλαίσιο προσπαθεί να κατοχυρώσει μια εκλογική επιρροή σε όλο το κομμάτι του «λαού της αριστεράς» που σήμερα θέλει μια «ενωτική» λύση και συσπείρωση (βλ. π.χ. τις προτάσεις για τις μονοεδρικές).

Το ΚΚΕ σταθερά οικοδομεί και θωρακίζει την εκλογική του βάση, με έμφαση στην προγραμματική αυτάρκειά του και την οριοθέτηση απέναντι σε λογικές «αριστερής κυβέρνησης», παρ’ όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με όσες φωνές στο εσωτερικό του αρνούνται και τον ακραίο σεχταρισμό στο κίνημα και τον κομματικό ιδρυματισμό. Όμως, το τίμημα αυτής της αυτάρκειας είναι η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στις τωρινές αντιθέσεις και η παραπομπή κάθε δυνατότητας πραγματικής ρήξης σε ένα χρονικό επέκεινα. Από την άλλη, όντως ένας καλά οργανωμένος εκλογικός μηχανισμός, ιδιαίτερα ικανός στην προσέλκυση ψηφοφόρων θα προσπαθήσει να έχει τη μέγιστη δυνατή εκλογική καταγραφή ποντάροντας στη «συνέπεια».

Η ουσία είναι ότι και οι δύο τοποθετήσεις από τη μεριά της Αριστεράς σήμερα, από διαφορετικές αφετηρίες, καταλήγουν στο ίδιο πρόβλημα της απουσίας μιας πραγματικά εφικτής κατεύθυνσης ρήξης και ανατροπής και της πρόκρισης ουσιαστικά μιας λογικής απλής καταγραφής. Με αυτή την έννοια η τρέχουσα δημοσκοπική ευφορία απλώς συγκαλύπτει τη στρατηγική ανεπάρκεια απέναντι στα υπαρκτά προβλήματα.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα εκτίμησή μας είναι ότι οι εκλογές δεν πρόκειται να λύσουν το πρόβλημα της πολιτικής αστάθειας στο φόντο μιας παρατεταμένης πολιτικής κρίσης. Αυτό σημαίνει ότι και η επόμενη κυβέρνηση, αναγκαστικά συνεργασίας, θα προσπαθήσει να περάσει το επόμενο κύμα μέτρων, να αντιμετωπίσει τις επόμενες κοινωνικές εκρήξεις (ιδίως εάν αναλογιστούμε και το τοπίο κοινωνικής καταστροφής και απελπισίας που θα διαμορφώνεται) και τελικά – το πιο πιθανό… - να έχουμε και επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις και παραπέρα ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού. Και μπορεί κανείς να υποθέσει ότι εάν τα πράγματα αφεθούν στη σημερινή φορά τους και εμπεδωθεί η συνθήκη κοινωνικής ταπείνωσης, και δεν έχει αναδυθεί πραγματικά ριζοσπαστική εναλλακτική λύση, τότε στο τέλος θα μπορέσει να υπάρξει και σταθερότερη πολιτική κατάσταση. Μόνο μια πραγματικά καταλυτική παρέμβαση μιας Αριστεράς που να μπορεί να ηγηθεί τόσο του αγώνα για τη σωτηρία όσο και της πάλης για την ανατροπή, θα μπορέσει να ανατρέψει το ενδεχόμενο μιας τέτοιας τελικής σταθεροποίησης.

Εκλογές και ριζοσπαστική Αριστερά

Στο χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ για πρώτη φορά το τελευταίο διάστημα έδειξε ότι μπορεί να έχει όχι μόνο μια ευρύτερη δυναμική, αλλά και να μπορεί να λειτουργήσει και ως καταλύτης για ευρύτερες συσπειρώσεις. Αυτό αποτυπώθηκε και στον τρόπο με τον οποίο από τη μεριά της αριστερής πτέρυγας του ΜΑΑ διατυπώθηκε προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρόταση εκλογικής συνεργασίας με άξονες που περιλάμβαναν και τη σαφή τοποθέτηση για ρήξη με ευρώ και ΕΕ.

-Από τη μεριά μας εξαρχής τοποθετηθήκαμε θετικά σε αυτό το ενδεχόμενο θεωρώντας ότι υπάρχει πραγματικό ενδεχόμενο και για εκλογική συνεργασία, έστω και εάν αντιλαμβανόμασταν τα προβλήματα που δημιουργεί η έλλειψη χρόνου για το ξεδίπλωμα της όλης διαδικασίας.. Σε αυτό το πλαίσιο είπαμε με σαφήνεια ότι για εμάς δεν μπορεί να τεθεί θέμα προσώπων και ότι η θέση ότι στο εγχείρημα δεν μπορούν να έχουν τον πρώτο ρόλο στελέχη που έχουν ταυτιστεί με άλλες καταστάσεις στην Αριστερά δεν μπορεί να σημαίνει και αποκλεισμό τους.

-Ο χώρος του ΝΑΡ αποφάσισε να διερευνήσει τη δυνατότητα εκλογικής συνεργασίας, υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης όρων, βάζοντας, όμως, και πιο επιτακτικά και θέμα προσώπων και πολιτικών όρων. Ενώ από τη μια έκανε μια κρίσιμη μετατόπιση, αυτή της αποδοχής της μετωπικής εκλογικής συνεργασίας, την ίδια στιγμή η επικέντρωση στο συμβολισμό προσώπων, ο τρόπος έθεσε το ζήτημα των πολιτικών όρων (ταλάντευση ανάμεσα στους αναγκαίους όρους και μια λογική πλήρους αποδοχής του προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ), καθώς και η τοποθέτηση για το μη συνεχές με ΣΥΡΙΖΑ (ενώ ούτως ή άλλως μιλούσαμε για εκλογικό κατέβασμα κόντρα στο ΣΥΡΙΖΑ) είναι ιδιαίτερα προβληματική και δεν θα έπρεπε να είχε τεθεί, γιατί δεν διευκολύνει την εκλογική συνεργασία. Στο τέλος η ταλάντευσή οδήγησε στην επιλογή του να μην προκρίνει τώρα την εκλογική συνεργασία. Γι’ αυτό και στο βραχύ χρόνο των τακτικών επιλογών πήραν και τη βασική ευθύνη να μην προχωρήσει τώρα η εκλογική συνεργασία.,

-Ο χώρος του ΣΕΚ ήταν ο βασικό πόλος της αντίρρησης (οι σ. της ΟΚΔΕ είχαν μια πιο μετρημένη τοποθέτηση) κάτι που αποτύπωσε και μια επιλογή να μην αλλάξουν σε αυτή τη φάση οι όροι και οι συσχετισμοί που έχουν διαμορφωθεί μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

-Σε αυτό το φόντο η απόφαση την Πέμπτη 5 Απρίλη της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κατά πλειοψηφία, να απαντήσει θετικά στη διερεύνηση και εκλογικής συνεργασίας αποτελεί ένα σημαντικό προχώρημα.

-Από την άλλη, οι διάφορες ταλαντεύσεις και των σ. του ΜΑΑ ως προς την σε εκλογική συνεργασία δεν πρέπει να ιδωθεί απλώς ως το αποτέλεσμα των όρων που μπορεί να τέθηκαν από την μεριά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ιδίως του ΝΑΡ, αλλά και των εσωτερικών αντιφάσεων που έχει και αυτό το ρεύμα σε αυτή τη μεταβατική περίοδο. Είναι πάντως σημαντικό ότι στο τέλος με την επιστολή απάντησης προς την ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τοποθετήθηκαν θετικά υπέρ της δυνατότητας πολιτικής και εκλογικής συνεργασίας δηλώνοντας σαφώς τη συμφωνία ως προς το πολιτικό πλαίσιο.

-Ως ΑΡΑΝ κινηθήκαμε με την ακόλουθη κατεύθυνση

oΑπαιτήσαμε να ολοκληρωθεί η συζήτηση της πρώτης φάσης με συνάντηση ανάμεσα σε ΑΝΤΑΡΣΥΑ και σ. του ΜΑΑ στις 9 Απρίλη. Εκεί πιέσαμε έστω και τώρα να μπορέσουν να γίνουν βήματα προς την εκλογική συνεργασία

oΚάναμε δημόσια τοποθέτηση ρητή και σαφή που μιλούσε για τις δυνατότητες εκλογικής συνεργασίας, την πολιτική συμφωνία, τη φυσιογνωμία της εκλογικής συνεργασίας.

oΠιέσαμε στην ΚΣΕ να καταγραφεί και με ψηφοφορία ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει πλειοψηφία υπέρ της εκλογικής συνεργασίας, ώστε όλες οι τάσεις να πάρουν την ευθύνη τους. Εκεί αποτυπώθηκε και ο συσχετισμός που έλεγε: ΕΚΚΕ – Κομμ. Ανανέωση – ΑΡΑΝ – ΑΡΑΣ υπέρ της εκλογικής συνεργασίας. ΝΑΡ και ΟΚΔΕ υπέρ της θέσης για πολιτική συνεργασία, χωρίς όρους για εκλογική συνεργασία τώρα. ΣΕΚ υπέρ της κοινής δράσης στο κίνημα (και με αμφισβήτηση της θέσης ότι μπορούμε να συζητάμε εκλογικές συνεργασίες αφού αυτές απαιτούν συνδιάσκεψη ή ολομέλεια).

oΠιέσαμε και καταφέραμε να υπάρξει δέσμευση για συνέχιση της συζήτησης μετά τις εκλογές.

oΚάναμε σαφές ότι η συζήτηση θα έπρεπε να είχε ανοίξει σε όλα τα επίπεδα. Άλλωστε, αυτοκριτικά μπορούμε να παραδεχτούμε ότι πιο έγκαιρα έπρεπε να είχαμε ανοίξει το θέμα στις δημοκρατικές διαδικασίες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

-Ο τελικός συσχετισμός μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν αναιρεί το κεκτημένο που υπάρχει πολιτικής συνεννόησης και του τρόπου που διαφάνηκε η δυνατότητα διαμόρφωσης ενός αριστερού μετώπου, με αντικαπιταλιστικό τόνο και σαφή τοποθέτηση για ρήξη με ευρώ και ΕΕ και επανακατοχύρωση λαϊκής κυριαρχίας και κατεύθυνση παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Ειδικότερα, η δική μας εκτίμηση είναι ότι θα ήταν ιδιαίτερα θετικό γεγονός να προχωρούσε τώρα η συνεργασία, γιατί θα έδινε μια ευρύτερη δυναμική στο όλο εγχείρημα και θα αποτύπωνε για πρώτη φορά ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να είναι καταλύτης σε ευρύτερες διαδικασίες ανασύνθεσης. Προφανώς και γνωρίζαμε από την αρχή τις δυσκολίες του εγχειρήματος, ιδίως υπό την πίεση χρόνου που αντικειμενικά υπήρχε για να γίνουν οι απαραίτητες μετατοπίσεις. Σίγουρα, μια άλλη κατάσταση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η διατήρηση ενός ιδιότυπα συντηρητικού και αμυντικού αντανακλαστικού απέναντι στο ερώτημα ενός ευρύτερου αριστερού μετώπου (πάντοτε στη βάση των κρίσιμων πολιτικών οριοθετήσεων), η άμεση ή έμμεση λογική των βέτο – έστω και εάν ήταν προχώρημα η κατά πλειοψηφία απόφαση της ΚΣΕ – παίζουν ρόλο και δείχνουν όρια και αντιφάσεις αυτού του εγχειρήματος. Από την άλλη, όμως, και οι ταλαντεύσεις των σ. από το ΜΑΑ, οι αντιφάσεις που κουβαλούσαν ως αποτέλεσμα και των δικών τους διαδρομών, η λανθασμένη εκτίμηση ότι μέσω προσώπων θα μπορούσε να διατηρηθεί μια ορισμένη πιο μαζική ή ανοιχτή φυσιογνωμία, έπαιξαν το ρόλο τους.

Ωστόσο, δεν πρέπει να υπάρξει κλίμα απογοήτευσης. Για πρώτη φορά – και με τρόπο μη αντιστρέψιμο – άνοιξε η κουβέντα και κατοχυρώθηκε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να έχει λογική και κατεύθυνση εκλογικής συνεργασίας και αυτό είναι το πρώτο βήμα για να παίξει ένα ρόλο σε μια κατεύθυνση αριστερού μετώπου σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση. Για πρώτη φορά κατοχυρώθηκε ότι το πολιτικό πλαίσιο το αναγκαίο είναι οι βασικοί άξονες και όχι ένας ατελείωτος επαναστατικός βερμπαλισμός. Για πρώτη φορά κατοχυρώθηκε ότι και το θέμα του ονόματος αναγκαστικά θα τεθεί και ότι η γραμμή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για συνεργασίες δεν μπορεί να είναι απλώς το «μπείτε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Μετεκλογικά, είναι πολύ σημαντικό η συζήτηση αυτή να συνεχιστεί, ό,τι και εάν συμβεί στις εκλογές. Πολύ πιο αποφασιστικά και με πραγματικά βήματα συνεργασίας. Πρέπει, επίσης, να μην περιοριστεί σε όσους συμμετέχουν αυτή τη στιγμή. Η πίεση πρέπει να είναι προς άλλα κομμάτια (Αριστερό Ρεύμα αλλά και κριτικές φωνές μέσα στο ΚΚΕ).

Ο στόχος πρέπει να είναι ότι μέσα σε μια πολιτική ρευστότητα που θα μεγαλώνει και μια κοινωνική και πολιτική κρίση που θα βαθαίνει, αναδεικνύοντας και τα αδιέξοδα των κυρίαρχων γραμμών μέσα στην Αριστερά, υπάρχει πραγματική ανάγκη αλλά και υλικό περιθώριο για μια πρωτότυπη αριστερή μετωπική διεργασία που θα διεκδικήσει όχι απλώς να αλλάξει το συσχετισμό δύναμης μέσα στην Αριστερά αλλά και να αποτελέσει την πολιτική ραχοκοκαλιά σε ένα λαϊκό ξεσηκωμό που θα συνεχίζει. Αυτό, όμως, με τη σειρά του απαιτεί συγκεκριμένα βήματα και προϋποθέσεις που πρέπει να εξετάσουμε:

-Επικέντρωση στους κρίσιμους στόχους που σήμερα ορίζουν τη ρήξη με την κυρίαρχη πολιτική και την ανατροπή της επίθεσης: διαγραφή χρέους, έξοδος από ευρώ, εθνικοποιήσεις, αναδιανομή εισοδήματος. Είναι η στρατηγική ότι υπάρχει άλλος δρόμος.

-Βάθεμα της προγραμματικής συζήτησης για να μπορέσει να αποκτήσει υλική μορφή και περιεχόμενο το αίτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Αυτό είναι το στοιχείο που θα κάνει το «υπάρχει άλλος δρόμος» και πειστικό και ορατά εφικτό.

-Άνοιγμα της συζήτησης για μια πραγματική και εφικτή επαναστατική στρατηγική που συνδυάζει τα πραγματικά βήματα πολιτικής ανατροπής και διαμόρφωσης σύγχρονων μορφών δυνάμει δυαδικής εξουσίας με την αναμέτρηση με το ερώτημα της πολιτικής – και κυβερνητικής – εξουσίας, έξω και πέρα από σχηματικές τοποθετήσεις

-Διαμόρφωση όρων για πραγματική δημοκρατική μετωπική λειτουργία, προσθέτοντας σε οποιοδήποτε νέο εγχείρημα και το αναγκαίο στοιχείο της αυτοοργάνωσης και της «από κάτω» πρωτοβουλίας.

-Τομές σε ό,τι αφορά την υπόθεση ενός κομμουνιστικού φορέα γιατί μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί η αναγκαία διαλεκτική της ηγεμονίας μέσα σε πεδία αναγκαστικά αντιφατικά.

Ειδικότερα, πρέπει και στην εσωτερική μας συζήτηση να προσανατολιστούμε στην αναμέτρηση με τα κρίσιμα ερωτήματα που σήμερα σφραγίζουν τη συζήτηση της αριστεράς και που μέχρι τώρα απαντιούνται με απλώς σχηματικές αφετηρίες (βλ. μεγάλο μέρος της αντιπαράθεσης για την αριστερή κυβέρνηση).

-Το ερώτημα μιας τακτικής και μορφής για το λαϊκό ξεσηκωμό που να μπορεί να ανοίγει πραγματικά ρήγματα και να μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπής: ποια κλιμάκωση, ποιος συντονισμός, ποια μετατροπή του κοινωνικού σε πολιτικό ρήγμα

αναμέτρηση με το θέμα της εξουσίας και τι σημαίνει σήμερα, με ποιες μορφές «από πάνω» και «από κάτω» μια αντικαπιταλιστική λαϊκή συμμαχία μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία, τόσο ως σύγχρονες μορφές «δυαδικής εξουσίας» όσο και ως πολιτική – και κυβερνητική – εξουσία.

-Το πρόγραμμα και το περιεχόμενο ενός εναλλακτικού παραγωγικού προτύπου

Γι’ αυτό και αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στην εκκίνηση της διαδικασίας συλλογικής προγραμματικής επεξεργασίας υπό την αιγίδα του Αριστερού Βήματος.

Ως προς άλλες εξελίξεις στη ριζοσπαστική αριστερά: Εκτιμούμε ότι τόσο η εκλογική συνεργασία ΚΚΕ (μ-λ) και ΜΛ-ΚΚΕ όσο και η αυτόνομη κάθοδος του ΕΕΚ αποτυπώνουν αδιέξοδες λογικής απόπειρας καταγραφής ιστορικών ρευμάτων, χωρίς όμως προοπτική, ενώ αποτυπώνουν και έναν ιδιότυπο αμυντισμό απέναντι στη δυναμική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Για τις προεκλογική παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Στοιχεία μέχρι τώρα

-Εμπειρία από εκδηλώσεις, ιδίως στην επαρχία και σε περιοχές της Αττικής που δεν είχαν γίνει εκδηλώσεις, ιδιαίτερα θετική. Αυξημένη μαζικότητα και ενδιαφέρον. Πρόβλημα παραμένουν οι εκδηλώσεις, κλαδικές και τοπικές που λειτουργούν ως λίγο πολύ συνελεύσεις και όχι άνοιγμα στον κόσμο. Ιδίως στην Αθήνα δεν έχουμε φτάσει ακόμη σε ένα αναγκαίο επίπεδο ενεργοποίησης

-Συνολικά, διαμορφώνεται η αίσθηση ότι υπάρχει ένα ρεύμα, αλλά θέλει πολύ δουλειά. Τυχόν εκλογική συνεργασία αναμφίβολα θα έδινε μεγαλύτερη δυναμική.

-Σωστά αντανακλαστικά σε ζητήματα όπως η 25η Μαρτίου και η αυτοκτονία Χριστούλα ενισχύουν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ

-Αρκετό δυναμικό ενεργοποιημένο.

-Αρχικό προεκλογικό υλικό σε σχετικά καλή κατεύθυνση.

-Έγιναν πρώτα βήματα για οργανωτικάκαι εκλογικά

-Ενεργοποίηση γραφείου τύπου

Όμως, υπάρχουν αρκετά που πρέπει να γίνουν ακόμη και ο χρόνος δεν είναι άπειρος:

-Πλήρης ενεργοποίηση – αξιοποίηση των διακοπών για τη δουλειά στην επαρχία – αξιοποίηση και κάθε μέρας και ώρας μέχρι τις εκλογές

-Χρειάζεται να γίνει ακόμη πιο μαζικό το προεκλογικό υλικό – απλό εύληπτο γύρω από τη λογική του άλλου δρόμου

-Σχεδιασμός εκδηλώσεων με βάση την αρχή 1 ή 2 ομιλητές. Κεντρική κατανομή αλλά και απόφαση των τοπικών

-Μάχιμα ψηφοδέλτια που να έχουν και ανθρώπους με πραγματικές εκπροσωπήσεις αλλά να αντανακλούν και τις τάσεις και ρεύματα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

-Ψηφοδέλτιο επικρατείας και για να αποτυπωθούν εκεί «προσωπικότητες» διανοούμενοι κ.λπ.

-Αξιοποίηση όλων των μέσων – κοινωνικά δίκτυα – social media – αλλά και πιο παραδοσιακά, όπως πανό, συνθήματα κ.λπ.

-Νέο site πολύ σημαντικό μπορεί να βοηθήσει.

-Μετατροπή της οικονομικής εκστρατείας σε πολιτική καμπάνια για την ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Στόχος είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να κατοχυρωθεί ως πανεθνικό πολιτικό ρεύμα. Στο βαθμό που στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές είχαμε μια σημαντική καταγραφή αυτό μας νομιμοποιεί να διεκδικούμε απέναντι στην πολεμική περί «χρήσιμης ψήφου» ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι χρήσιμη ψήφος και πρέπει να μπει στη Βουλή. Χωρίς υπερβολές («οι αντικαπιταλιστές στη Βουλή») σε ένα κόσμο λέμε ότι μπορεί και πρέπει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να αποκτήσει εκείνη τη δυναμική που θα μπορέσει κάποια στιγμή να τη φέρει κοντά στο 3%. Προφανώς βέβαια και ξέρουμε ότι αυτό είναι δύσκολο, πρέπει να απαντάμε στη σπέκουλα περί «άχρηστης ψήφους», στην οποία επενδύουν ιδίως οι εκπρόσωποι της ρεφορμιστικής αριστεράς

Αυτό σε σχέση με το τι εμείς ορίζουμε ως εφικτή εκλογική επιτυχία και αποτυχία βάζει δύο κατώφλια: το 1% ως ελάχιστη ένδειξη ότι διατηρούμε τον κορμό των δυνάμεων και της επιρροής και το 2% ως αποτύπωση εκλογικής δυναμικής. Το 2% είναι ένα ποσοστό που σε βάσει σε τροχιά εκλογικής ανόδου και κάνει την καμπάνια για την είσοδο στη Βουλή πολύ πιο εφικτή. Επιπλέον θα την κάνει πολύ πιο πειστική στη προσπάθεια να λειτουργήσει ως καταλύτης σε ευρύτερες εξελίξεις.

Για την παρουσία της ΑΡΑΝ στη μάχη των εκλογών

(...)